Αν πιστέψουμε τον Ελιοτ Αμπραμς, τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για τη Βενεζουέλα, «δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια οδός που να περνά από τη στρατιωτική επέμβαση· ο δρόμος τώρα είναι η ειρηνική, πολιτική και διπλωματική πίεση προς το καθεστώς και η στήριξη του Γουαϊδό».
Αυτά δήλωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ισπανία την περασμένη εβδομάδα για να πείσει την κυβέρνηση Σάντσεθ να αναλάβει… κυρώσεις και να αναγκάσει τις 94 επιχειρήσεις της που συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα –με πρώτη την πετρελαϊκή Repsol– να σταματήσουν τις οικονομικές δραστηριότητές τους στη χώρα.
Με ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιβάλει η Ουάσινγκτον κυρώσεις σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα (όπως έκανε με τον διαβόητο Νόμο Χελμς-Μπάρτον στην περίπτωση της Κούβας), η ισπανική κυβέρνηση διαμήνυσε αυστηρά: «Η Ισπανία επαναλαμβάνει την απόρριψή της στην εφαρμογή μιας εθνικής νομοθεσίας εκτός εθνικών συνόρων καθώς θεωρούμε ότι αυτό αντιτίθεται στο Διεθνές Δίκαιο».
Κάτι που ελάχιστα απασχολεί τις ΗΠΑ, οι οποίες –όπως δήλωσε ο Αμπραμς– δεν διαπραγματεύονται την επιβολή κυρώσεων με οποιαδήποτε κυβέρνηση, απλά τις εφαρμόζουν, με στόχο αυτή τη φορά την έξοδο του Μαδούρο, προϋπόθεση για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές στη χώρα.
Την ίδια ώρα που ο Αμπραμς απέκλειε μια στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, στο CSIS (το αμερικανικό Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, από τα ισχυρότερα think tanks του κόσμου στους τομείς της άμυνας και της εθνικής ασφάλειας) οργανώθηκε άτυπη συνάντηση υψηλού επιπέδου με θέμα «Εκτιμήσεις για τη Χρήση Στρατιωτικής Βίας στη Βενεζουέλα».
Σε αυτήν, όπως αποκάλυψε ο ερευνητής δημοσιογράφος Μαξ Μπλούμενταλ στο Grayzone(1), συμμετείχαν περίπου 40 άτομα, ανάμεσά τους πρώην πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι της Ουάσινγκτον, εκπρόσωποι της USAID (Αμερικανική Υπηρεσία για τη Διεθνή Ανάπτυξη), της Οργάνωσης Αμερικανικών Κρατών, αναλυτές διαφόρων think tanks, αξιωματούχοι Νοτιοαμερικανικών κρατών και απεσταλμένοι του αυτοανακηρυγμένου προσωρινού προέδρου Χουάν Γουαϊδό.
Το έγγραφο, που φέρει από παραδρομή ημερομηνία 20 Απριλίου, ενώ η συνάντηση –όπως διασταύρωσε ο Μπλούμενταλ με δύο από τους συμμετέχοντες– έγινε στις 10 Απριλίου, καταδεικνύει πως η στρατιωτική επέμβαση είναι ένα ενδεχόμενο που εξετάζεται σοβαρά, παρά τις αντίθετες επίσημες δηλώσεις.
Οι θέσεις, ο βίος και η πολιτεία πολλών από τους συμμετέχοντας δεν αφήνουν πολλές αμφιβολίες για το προς τα πού κλίνουν οι «εκτιμήσεις» τους. Ανάμεσά τους ήταν ο Κουρτ Τιντ, πρώην επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των ΗΠΑ, που έχει την ευθύνη των επιχειρήσεων σε Κεντρική και Νότια Αμερική και στην Καραϊβική· ο Ρότζερ Νοριέγα, του γνωστού συντηρητικού think tank American Enterprise Institute, που έχει διατελέσει υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Λατινικής Αμερικής, είχε στηρίξει τη δράση των παραστρατιωτικών που επεδίωκαν την ανατροπή των Σαντινίστας στη Νικαράγουα· ένας ερευνητής της εταιρείας στρατηγικών συμβουλών Hills & Company (την οποία ίδρυσαν πρώην αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τζορτζ Μπους)· δύο πρώην μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας που πλέον συνεργάζονται με τον όμιλο επιχειρηματικών συμβούλων Cohen Group· και ο Πέδρο Μπουρέλι, πρώην στέλεχος της JPMorgan και πρώην διευθυντής της βενεζουελάνικης κρατικής πετρελαϊκής PDVSA, που πρόσφατα απείλησε στο Twitter τον Μαδούρο: «Εχεις μόνο δύο επιλογές: να φύγεις σαν τον Νοριέγα ή σαν τον Καντάφι».
Λίγες ημέρες πριν, τον τόνο έδωσε ο ναύαρχος Κρεγκ Φάλερ, νυν επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των ΗΠΑ, ο οποίος σε συνέντευξή του στο Foreign Policy δήλωνε πως οι ένοπλες δυνάμεις «είναι πανέτοιμες» περιμένοντας οδηγίες από την κυβέρνηση Τραμπ για στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα.
Ο Φάλερ δεν διευκρίνισε τι ακριβώς σχεδιάζουν σχετικά οι ΗΠΑ, αλλά άφησε να εννοηθεί ένα χρονικό περιθώριο, λέγοντας πως η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μοιάζει με το χάος στη Συρία του Μπασάρ αλ Ασαντ και τονίζοντας ότι «αν ο Μαδούρο παραμείνει στην εξουσία, η κρίση στη Βενεζουέλα μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο [της Συρίας] στα τέλη του χρόνου».
Υπό το φως αυτών των δηλώσεων αποκτά υλική και χρονική υπόσταση το κρίσιμο «αυτή τη στιγμή» των δηλώσεων Αμπραμς περί μη επέμβασης, εν αναμονή επίτευξης μιας ευρύτερης διεθνούς συναίνεσης. Η Ισπανία, που πρωταγωνιστεί στη χάραξη πολιτικών για τη Βενεζουέλα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, έχει απορρίψει κατηγορηματικά την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης στη χώρα.
Και οι στρατηγικοί εταίροι των ΗΠΑ στην περιοχή δεν είναι και τόσο πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια τέτοια επιχείρηση προς το παρόν, όπως εκτίμησε ο Μπλούμενταλ στο RT (Russia Today).
«Οποιαδήποτε εισβολή στη Βενεζουέλα θα εξαρτηθεί από τη συγκατάθεση των κυβερνήσεων Κολομβίας και Βραζιλίας και είναι ασαφές αν θα υπάρξει τέτοια συναίνεση. Κι οι δύο κυβερνήσεις ανησυχούν ιδιαίτερα σχετικά με τη διόγκωση της μεταναστευτικής κρίσης, για την αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής, και αυτό είναι ακριβώς που θα συμβεί. Και ανησυχούν για μια αντεπίθεση από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Βενεζουέλας, που είναι πολύ ικανές». Εκτός κι αν τους επόμενους μήνες τα ανταλλάγματα θα είναι επαρκή ώστε να υπερκεράσουν τις ανησυχίες.
