Σε επιπλέον 12 χρόνια και 11 μήνες φυλάκιση για διαφθορά καταδίκασε δικαστήριο στη Βραζιλία τον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος από τον Απρίλιο εκτίει ποινή 12ετούς κάθειρξης, με τους εισαγγελείς να αναφέρουν ότι οι δύο ποινές αφορούσαν εταιρείες που προσέφεραν οφέλη στον da Silva σε αντάλλαγμα για πολιτικές χάρες.
Η νέα καταδίκη σε βάρος του 73χρονου αφορά εργασίες ανακαίνισης που φέρεται ότι χρηματοδοτήθηκαν από μια εταιρεία που εμπλέκεται στο σκάνδαλο διαφθοράς, που είναι γνωστό ως «Πλυντήριο αυτοκινήτων», και έγιναν για λογαριασμό του πρώην προέδρου σε μια αγροτική κατοικία στην Ατιμπάια στην πολιτεία του Σάο Πάολο.
Οι εργασίες φέρεται ότι πραγματοποιήθηκαν με αντάλλαγμα συμβόλαια με την κρατική εταιρεία πετρελαίου Petrobras. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το ποσό της ανακαίνισης ανήλθε σε περίπου 237.000 ευρώ.
Η δικαστής Γκαμπριέλα Χαρντ επέμεινε ότι ο Λούλα πήγαινε συχνότερα στο σπίτι από ό,τι ο ιδιοκτήτης του και ήταν εκείνος που ζήτησε την ανακαίνιση. Ωστόσο, ο Λούλα και ο δικηγόρος του δήλωσαν ότι η κατοικία αυτή δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά σε έναν φίλο του, τον Φερνάντο Μπιτάρ.
Ο Λούλα απορρίπτει τις κατηγορίες και δηλώνει αθώος, ενώ ο δικηγόρος του τόνισε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της νέας καταδίκης του. Ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας (2003- 2010) καταγγέλλει ότι οι κατηγορίες εναντίον του είναι πολιτικά υποκινούμενες και είχαν στόχο να τον εμποδίσουν να θέσει ξανά υποψηφιότητα για την προεδρία.
Η Χαρντ ανέλαβε τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στο σκάνδαλο «Πλυντήριο αυτοκινήτων» στα τέλη του 2018, αφού ο προηγούμενος αρμόδιος δικαστής, ο Σέρτζιο Μόρο, παραιτήθηκε μετά τον διορισμό του στο υπουργείο Δικαιοσύνης από τον νέο πρόεδρο της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρου.
Ο Μόρο ήταν αυτός που καταδίκασε τον Ιούλιο του 2017 τον Λούλα σε πρώτο βαθμό σε εννέα χρόνια και έξι μήνες φυλάκιση, ποινή που αυξήθηκε σε δεύτερο βαθμό τον Ιανουάριο του 2018.
