Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μόνο το απόγευμα της Δευτέρας, ή ακόμη και το πρωί της Τρίτης, θα είναι σαφές ποιος θα βρεθεί για τα επόμενα έξι χρόνια στο ύπατο αξίωμα της Αυστρίας, εκείνο του ομοσπονδιακού προέδρου της, καθώς μόλις το πρωί της Δευτέρας θα αρχίσει η καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων που φέρεται να ξεπερνούν τις 700.000 και να είναι καθοριστικές για το τελικό αποτέλεσμα του επαναληπτικού κύκλου των αυστριακών προεδρικών εκλογών, κατά τον οποίο -ελέω Ακροδεξιάς- οι Αυστριακοί ψηφοφόροι καλούνται στις κάλπες για τρίτη φορά μέσα σε οχτώ μήνες.

Η Ευρώπη και ο κόσμος για τρίτη φορά μέσα σε τρεις δεκαετίες στρέφουν αύριο με αγωνία τα βλέμματά τους προς τη μικρή χώρα των Αλπεων στο κέντρο της Ευρώπης, καθώς για τρίτη φορά μετά το 1986 απειλείται να ανατραπεί εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό της Αυστρίας, της χώρας που τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί «χρυσής εποχής» του ιστορικού καγκελαρίου της Μπρούνο Κράισκι, είχε αποτελέσει πρότυπο για όλη την Ευρώπη.

Η πρώτη φορά ήταν πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια, όταν στις προεδρικές εκλογές του 1986 είχε αναδειχτεί νικητής και ανέλαβε ομοσπονδιακός πρόεδρος της χώρας ο, αμφιλεγόμενος για το πιθανολογούμενο ναζιστικό παρελθόν του, πρώην γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Κουρτ Βάλντχαιμ, γεγονός που είχε προκαλέσει διεθνή κατακραυγή.

Η δεύτερη φορά, που Ευρώπη και κόσμος έστρεφαν εναγωνίως τα βλέμματά τους στην Αυστρία ήταν τον Φεβρουάριο του 2000, όταν για πρώτη φορά σε χώρα της Ευρώπης βρέθηκε να συμμετέχει σε κυβέρνηση η Ακροδεξιά, με τον κυβερνητικό συνασπισμό τού τότε αρχηγού του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Βόλφγκανγκ Σιούσελ, και του διαβόητου αρχηγού του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων Γεργκ Χάιντερ, που παρέμειναν στην εξουσία για σχεδόν εφτά χρόνια.

Τώρα, αυτή την τρίτη φορά, η αγωνία στρέφεται γύρω από το ερώτημα εάν κατά τον επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών η Αυστρία θα γίνει η πρώτη χώρα στη μεταπολεμική Ευρώπη που θα αποκτήσει ακροδεξιό πρόεδρο.

Πρόκειται για τον έως τώρα υπαρχηγό των Ελευθέρων, τον 45χρονο Νόρμπερτ Χόφερ, ο οποίος στον ακυρωμένο από το Συνταγματικό Δικαστήριο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της 22ας Μαΐου είχε ηττηθεί οριακά με ποσοστό 49,7% από τον νικητή, τον υποστηριζόμενο από τους Πράσινους, Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν (ποσοστό 50,3%), με τον οποίο θα είναι αντιμέτωποι και στην αυριανή εκλογική αναμέτρηση.

Κατά τον πρώτο γύρο των εκλογών στις 24 Απριλίου, με έξι υποψήφιους, ο Νόρμπερτ Χόφερ υπήρξε νικητής, συγκεντρώνοντας ένα πρωτοφανές ποσοστό 35% με μια απειλητικά μεγάλη απόσταση 14 μονάδων από τον δεύτερο, τον Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν (21,3%).

Ο Χόφερ εκπροσωπεί τη γνωστή πολιτική του κόμματος του: από την ξενοφοβική, προηγουμένως αντισημιτική και τώρα ισλαμοφοβική στάση του, την ακραία πολιτική ενάντια στους πρόσφυγες και τους «λαθρομετανάστες», με ύψωση φρακτών και δημιουργίας μιας «Ευρώπης-φρούριου», μέχρι την άρνηση της ύπαρξης αυστριακού έθνους και την προάσπιση ενός γερμανοεθνικισμού.

Από την άλλη, ο Βαν ντερ Μπέλεν παραμένει πιστός και διακηρύττει τις αρχές του για ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία των προσφύγων.

Ολες οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων και μηνών διαπιστώνουν πως ο αυριανός επαναληπτικός γύρος θα είναι μια μάχη «στήθος με στήθος», καθώς στα ευρήματά τους είναι ελάχιστη η διαφορά ανάμεσα στους δύο υποψηφίους, με τον Χόφερ ωστόσο να προηγείται σχεδόν σε όλες.

Η αυστριακή Ακροδεξιά πανηγυρίζοντας τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές θεωρεί, μαζί με προσκείμενους αναλυτές, πως η επικράτηση του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου θα λειτουργήσει θετικά για τον Χόφερ.

Η κυβέρνηση επικρίνεται έντονα για καθυστέρηση, αναποφασιστικότητα, κωλυσιεργία, ενδοκυβερνητική ασυνεννοησία, αλλά και τελευταία για υιοθέτηση της ρητορικής και εφαρμογή της ακραίας πολιτικής των Ελευθέρων, όπως για παράδειγμα στο προσφυγικό.

Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την εκλογική αναμέτρηση, τη σαφέστατη υποστήριξή του στον υποψήφιο των Πρασίνων διακήρυξε ο πρώην ομοσπονδιακός πρόεδρος της Αυστρίας, Χάιντς Φίσερ.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως πέραν του Σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Κρίστιαν Κερν και του κόμματός του, την υποψηφιότητα Βαν ντερ Μπέλεν στηρίζουν μια σειρά προσωπικότητες και πρώην αρχηγοί του Λαϊκού Κόμματος, το οποίο τελευταία διχάστηκε, καθώς κάποια ανώτερα στελέχη του εξέφρασαν δημόσια την προτίμησή τους για τον Χόφερ στο πλαίσιο ενός «φλερτ» μερίδας της αυστριακής Δεξιάς με την Ακροδεξιά για μελλοντικό κυβερνητικό συνασπισμό τους στο πρότυπο εκείνου μεταξύ 2000 και 2006.