Στη χώρα του Ταγίπ Ερντογάν η ελευθερία του λόγου δέχεται απανωτά χτυπήματα και το Διαδίκτυο αναδεικνύεται ως ο νέος χώρος απειλών, λογοκρισίας και επιθέσεων κατά δημοσιογράφων. Ο βρετανικός Guardian παρουσιάζει μια αποκαλυπτική έρευνα με ενοχλητικά στοιχεία.
Μετάφραση: Χρήστος Καλλιμάνης
Η Τουρκία έχει κλείσει περισσότερα από 160 μέσα ενημέρωσης και έχει συλλάβει περίπου 100 δημοσιογράφους από την ημέρα που έλαβε χώρα η απόπειρα πραξικοπήματος, αλλά αυτή είναι μόνο η μισή πλευρά της ιστορίας.
Μακριά από ειδησεογραφικά γραφεία και αστυνομικά τμήματα τα τρολς έχουν εντατικοποιήσει μια καμπάνια online εκφοβισμού δημοσιογράφων, χακάροντας λογαριασμούς στα social media, απειλώντας με σωματική και σεξουαλική βία και ενορχηστρώνοντας «εικονικά λιντσαρίσματα» από υποστηρικτές της κυβέρνησης με στόχο να σταματήσει η κριτική.
Από τον Γενάρη αυτού του έτους το Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (ΔΙΤ) έχει καταγράψει περισσότερες από 2.000 περιπτώσεις διαδικτυακής παρενόχλησης, απειλές θανάτου, απειλές για σωματική ή σεξουαλική βία, καμπάνιες εξύβρισης και χακάρισμα λογαριασμών κατά δημοσιογράφων στην Τουρκία.
Οι ενέργειες αυτές δεν έχουν την απαιτούμενη προσοχή εξαιτίας των επίσημων, ακραίων παρεμβάσεων της κυβέρνησης στα media, η οποία συνεχίστηκε και αυτή την εβδομάδα με το κλείσιμο δέκα εφημερίδων, δύο πρακτορείων και τριών περιοδικών.
Πρώτα θύματα πάλι οι γυναίκες
Εκείνες που υποφέρουν περισσότερο είναι οι γυναίκες δημοσιογράφοι με τα τρολς να χρησιμοποιούν εκατοντάδες λογαριασμούς για να τις δυσφημούν ως «πόρνες» μόνο και μόνο επειδή δημοσιεύεται η δουλειά τους.
«Όταν οι γυναίκες δέχονται κριτική αυτό δεν συμβαίνει ποτέ χωρίς να υπάρξουν σεξουαλικά υπονοούμενα» αναφέρει η Γιουλσίν Χαρμάν, ο οποίος συντονίζει το πρόγραμμα αυτό του Διεθνούς Ινστιτούτου Τύπου.
Η… ματσό κουλτούρα της Τουρκία έχει επιδεινώσει τις αντιδράσεις απέναντι σε γυναίκες δημοσιογράφους σύμφωνα με τον Εμρέ Κιζιλκάγια, έναν από τους πρώτους δημοσιογράφους που έγραψαν για το όχι και τόσο αθώο «τρολάρισμα».
«Κατά τη διάρκεια των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο πάρκο Γκεζί παρενοχλούνταν και στοχοποιούνταν με πολύ άσχημο τρόπο. Δέχονταν απειλές θανάτου και βιασμού» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το ΔΙΤ αναφέρει ότι έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις πολύ σοβαρού εκφοβισμού κατά δημοσιογράφων που εκφράζονται υπέρ των Κούρδων και Τούρκων πολιτών που εργάζονται σε διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Τα τρολς, που συνδέονται αρκετές φορές με το κυβερνών AKP, έχουν ισχυρή παρουσία στο τουρκικό διαδίκτυο από την εποχή των διαμαρτυριών στο πάρκο Γκεζί.
Οι δημοσιογράφοι έχουν συνηθίσει να γίνονται στόχος από τα «τρολς του AKP» αλλά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα και την ακραία επίθεση της κυβέρνησης στα μέσα ενημέρωσης, οι παρενοχλήσεις έχουν γίνει χειρότερες.
Η «τυραννία» έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο που εάν ένας δημοσιογράφος δεν αποτίσει φόρο τιμής στα θύματα της νύχτας της 15ης Ιουλίου στοχοποιείται ως υποστηρικτής του πραξικοπήματος.
«Είναι σχεδόν απολυταρχικό. Αναγκάζεσαι να πεις πράγματα. Ακόμη και εάν δεν ασκείς κριτική στην κυβέρνηση κάποιος θα βρεθεί να σε κατηγορήσει πως δεν γράφεις για το ένα ή το άλλο θέμα» τονίζει η Χαρμάν.
Βία με διάφορους τρόπους
Η διαδικτυακή βία στην Τουρκία εμφανίζεται με διάφορους τρόπους, όπως μέσω εκατοντάδων πλαστών λογαριασμών που προσποιούνται πως είναι δημόσια πρόσωπα για να νομιμοποιηθεί η βία.
Ο δημοσιογράφος της Hürriyet Κιζιλκάγια, ο οποίος ήταν πάντα επικριτικός προς τις κυβερνητικές πολιτικές λέει ότι έχει δεχθεί 800-900 απειλητικά tweets από αυτοματοποιημένους λογαριασμούς μέσα σε λίγες ώρες όταν συνέβαιναν τα γεγονότα στο πάρκο Γκεζί.
Σε ένα από αυτά τον έβριζε ένα λογαριασμός που «ανήκε» στην… Λόρα Μπους, σύζυγο του πρώην προέδρου των ΗΠΑ.
Μια, ενδεχομένως και πιο επικίνδυνη μορφή βίας, έρχεται από τους αρθρογράφους που υποστηρίζουν με «λύσσα» τον Ταγίπ Ερντογάν και μπορούν να «δείξουν» τους στόχους για μεγαλύτερες ομάδες τρολς, όπως επισημαίνει ο Εφέ Κερέμ Σοζερί, Τούρκος δημοσιογράφους που ζει εξόριστος στη Χάγη.
«Από τη στιγμή που ένας δημοσιογράφος γίνει στόχος κάποιου γνωστού αρθρογράφου, υπονοείται ότι έχει την κάλυψη από τα… υψηλά κλιμάκια» εξηγεί η Χαρμάν η οποία εκτιμά ότι οι επιτιθέμενοι ακμάζουν μέσα σε μια κουλτούρα ατιμωρησίας.
Υποστηρικτές της κυβέρνησης που εντοπίζουν κριτικά σχόλια φέρονται να ειδοποιούν τις αρχές. Ο Σοζερί αναφέρει την περίπτωση της Ολλανδής δημοσιογράφου, του Εμπρού Ουμάρ, ο οποίος είχε τουιτάρει μια φωτογραφία της τουρκικής σημαίας με το hashtag #FuckErdogan όταν ήταν στη χώρα για διακοπές τον Απρίλιο.
Το tweet «ενεργοποίησε» μια διαδικτυακή καμπάνια απειλών και ο σύζυγος της γραμματέως του Ερντογάν κοινοποίησε το tweet της Ουμάρ καλώντας την αστυνομία να «συλλάβει αυτό το πλάσμα σήμερα το απόγευμα».
Λίγο αργότερα συνελήφθη και παρέμεινε για λίγο καιρό κρατούμενη.
Χάκινγκ και… συγγνώμες
Το ΔΙΤ έχει, επίσης, στοιχεία για τουλάχιστον 20 υποθέσεις όπου δημοσιογράφοι έπεσαν θύματα χάκερς και είδαν τα μηνύματά τους στο Twitter εκτεθειμένα για να τα βλέπουν όλοι.
Συνήθως αυτό συνοδεύεται από μια φωτογραφία με μήνυμα συγγνώμης προς τον πρόεδρο Ερντογάν.
Όταν ο δημοσιογράφος Τσαν Ατάκ έπεσε θύμα χάκινγκ τον Ιούνιο μια φωτογραφία έγινε tweet με το σχόλιο: «Ζητώ συγγνώμη από τον αξιότιμο πρόεδρό μας για τον οποίο υπήρξα άδικος και επιθετικός όλο αυτόν τον καιρό με τις προσβολές μου».
Λίγες ημέρες νωρίτερα από τον λογαριασμό του Χασάν Τσεμάλ είχε βγει το ακόλουθο μήνυμα: «Ζητώ συγγνώμη από όλους τους μάρτυρες και το τουρκικό έθνος για την υποστήριξη που έδωσα στους τρομοκράτες».
Η εξέλιξη των τρολς
Ο Κιζίλκαγια λέει ότι τα τρολς που στηρίζουν την κυβέρνηση ήταν αρχικά υπεύθυνοι για τους τομείς νεολαίας του AKP, των οποίων τα μέλη συναντώνταν και συζητούσαν τις θα γράψουν στο Twitter και πότε, αλλά η κυβέρνηση σύντομα κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, καθώς οι άνθρωποι που κινητοποιούνταν ήταν πιστοί, αλλά δεν είχαν εμπειρία από το Διαδίκτυο.
Από τον Σεπτέμβη του 2013 οι κινήσεις έγιναν πιο επαγγελματικές.
Το AKP επιστράτευσε 6.000 ανθρώπους για μια νέα ομάδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γνωστή ως το «Νέο Ψηφιακό Γραφείο της Τουρκίας» το οποίο ήταν υπεύθυνο για να λανσάρει τις θέσεις του AKP για θέματα που ήταν «καυτά» στο Twitter.
Μετά από έναν μήνα ο Κιζιλκάγια βρέθηκε στο στόχαστρο οργανωμένης εκστρατείας παρενόχλησης όταν άσκησε κριτική στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίστηκε τη διπλωματική κρίση με τον Λίβανο.
Μίλησε με άλλους δημοσιογράφους που είχαν υποστεί αντίστοιχες επιθέσεις και συμπέρανε ότι υπήρχαν οργανωμένες καμπάνιες στα social media για να αποσιωπηθεί η κριτική προς το AKP.
Ο Γκοκχάν Γιουσέλ, ο οποίος ήταν επικεφαλής του Ψηφιακού Γραφείου μέχρι εκείνο να κλείσει επειδή «ολοκλήρωσε την αποστολή του με επιτυχία» αρνείται πως είχε σχέσει με διαδικτυακές επιθέσεις.
«Η ομάδα μου αποτελούνταν από αναγνωρισμένα πρόσωπα στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας και του ψηφιακού μάρκετινγκ. Δεν προσέλαβα τρολς» δηλώνει.
Ωστόσο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος οι «κανόνες» της συζήτησης άλλαξαν.
Οι δημοσιογράφοι δεν πέφτουν πλέον θύματα επειδή ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
«Στοχοποιούνται ως δημοσιογράφοι, απειλούνται ή και συλλαμβάνονται. Ακόμη και εκείνοι που συνήθιζαν να μιλάνε χάνουν την ενέργειά τους» λέει η Χαρμάν.
Ο Γιουσέλ συμφωνεί πως το περιβάλλον είναι τοξικό, ωστόσο αναφέρει ότι «εάν κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να διχάσουν ή να καταλάβουν τη χώρα οι αξιωματούχοι πρέπει να κάνουν ότι μπορούν για να διασφαλίσουν την εθνική ασφάλεια τόσο στο Διαδίκτυο όσο και αλλού».
Για τον Μπουλέντ Μουμάι, ο οποίος είδε τις πληροφορίες του προσωπικού του τηλεφώνου και τη διεύθυνση του σπιτιού του να βγαίνουν στο Internet η κακοποίηση είναι απλά «αέρας» σε σχέση με τις πιο ευρείες απειλές προς την ελευθερία του λόγου στην Τουρκία.
Αναφέρει ότι δημοσιογράφοι συλλαμβάνουν και χάνουν τις δουλειές τους.
«Μια ημέρα πας στο γραφείο σου και βλέπεις την πόρτα κλειστή και πάνω της ένα χαρτί που γράφει “Αυτή η εφημερίδα, ραδιόφωνο, τηλεόραση έχει κλείσει από την κυβέρνηση» αναφέρει χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος που κρατήθηκε για τέσσερις ημέρες στις επιθέσεις μετά το πραξικόπημα.
Αλλά όσο ο Μουμάι είναι σίγουρος ότι το τρολάρισμα και η παρενόχληση δεν θα αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δημοσιογραφία, επηρεάζουν την ψυχολογία του.
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά…»
Δεν παραδίδεται η Cumhuriyet

«Δεν θα παραδοθούμε» γράφει στο πρωτοσέλιδο της σήμερα η εφημερίδα Cumhuriyet μετά τη σύλληψη του διευθυντής της και περίπου δέκα ανώτατων στελεχών της.
Δεκάδες άνθρωποι πραγματοποίησαν ολονυκτία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις συλλήψεις μπροστά από τα γραφεία της τουρκικής εφημερίδας στην Κωνσταντινούπολη.
Ορισμένοι κοιμήθηκαν σε παγκάκια τυλιγμένοι με κουβέρτες, ενώ η αστυνομία επιτηρούσε τα οδοφράγματα απέξω.
«Ακόμη κι αν η διεύθυνση και οι συντάκτες της Cumhuriyet συλληφθούν, η εφημερίδα μας θα εξακολουθήσει τον αγώνα της για δημοκρατία μέχρι το τέλος», αναφέρεται στο κύριο άρθρο στο οποίο οι συλλήψεις χαρακτηρίζονται ως η αρχή μιας προσπάθειας να κλείσει η εφημερίδα.
