Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρίσι 

Η πρώτη μεγάλη τηλεοπτική μονομαχία ανάμεσα σε εφτά υποψηφίους της Δεξιάς για το προεδρικό χρίσμα πραγματοποιήθηκε ένα μήνα πριν από τις προκριματικές εκλογές στο Κόμμα των Ρεπουμπλικανών, μέσα σε κλίμα ανταγωνισμών και τακτοποίησης λογαριασμών.

Το ντιμπέιτ μετέδωσε η τηλεόραση TF1 σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, η οποία έφτασε τα 5,600 εκατομμύρια. Επί δυόμισι ώρες οι υποψήφιοι, όρθιοι απέναντι στους δημοσιογράφους που έθεταν ερωτήσεις, προσπάθησαν να πείσουν ότι έχουν λύσεις για οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.

Στο πρώτο μέρος της εκπομπής ο κάθε υποψήφιος παρουσίασε το πρόγραμμά του με προτάσεις που επικεντρώνονται στον στόχο επίτευξης της ανάκαμψης και στις προσπάθειες για τον περιορισμό της ανεργίας.

Στο δεύτερο μέρος του ντιμπέιτ οι υποψήφιοι αντιπαρατέθηκαν με διαξιφισμούς για καυτά θέματα της επικαιρότητας: τρομοκρατία, ασφάλεια, ισλαμισμός, μπουργκίνι, προσφυγικό, εθνική ταυτότητα.

Το επίμαχο θέμα των περιπετειών με τη Δικαιοσύνη, που αφορούσε τέσσερις από τους εφτά υποψηφίους, έφερε ξανά στην επιφάνεια τις αδελφοκτόνες έριδες των ηγετών της Δεξιάς.

Νικητής της τηλεμαχίας είναι ο Αλέν Ζιπέ. Σύμφωνα με έρευνα της Elabe για την BFM TV, ο δήμαρχος του Μπορντό φαίνεται ο «πιο πειστικός» από τους υποψηφίους.

Συγκέντρωσε ποσοστό 35%, έναντι ποσοστού 21% του Νικολά Σαρκοζί. Στην τρίτη θέση με 15% τοποθετείται ο βουλευτής Μπρούνο Λε Μερ.

Οι συμπαθούντες της Αριστεράς φαίνονται τώρα να στρέφονται προς τον Ζιπέ, με ποσοστό προτίμησης 32% έναντι 27% του Σαρκοζί.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Opinionway που δημοσιεύθηκε πριν από το ντιμπέιτ, ο Ζιπέ συγκεντρώνει ποσοστό 42% στην πρόθεση ψήφου για τις προκριματικές εκλογές, έναντι 28% για τον Σαρκοζί, 13% για τον Μπρούνο Λε Μερ, 11% για τον πρώην πρωθυπουργό Φρανσουά Φιγιόν.

Οι υπόλοιποι υποψήφιοι, Ζαν Φρανσουά Κοπέ, Ναταλί Κοσιούσκο-Μοριζέ, Ζαν-Φρεντερίκ Πουασόν συγκεντρώνουν ποσοστό κάτω του 10%.

Ο γαλλικός Τύπος αναφέρει ότι το πρώτο μέρος του ντιμπέιτ «ήταν τεχνοκρατικό, χωρίς λάμψη και εκπλήξεις», ενώ στο δεύτερο μέρος οι κόντρες ανάμεσα στον Σαρκοζί και τον Κοπέ προκάλεσαν εντάσεις.

Ο πρώην πρόεδρος βρέθηκε σε αμυντική θέση λόγω επιθέσεων που δέχτηκε από πρώην συνεργάτες και υπουργούς του. Φαινόταν να συγκρατεί με κόπο τη νευρικότητά του.

Αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονται, για διαφθορά, απάτη και παρατυπίες στη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του το 2012, τονίζοντας «το ποινικό μητρώο μου είναι καθαρό. Πιστεύετε ότι θα συμμετείχα στην προεκλογική εκστρατεία αν είχα κάποιο βάρος στη συνείδησή μου;»

Ο Ζιπέ επιδίωξε να μην εμπλακεί σε διαξιφισμούς, υιοθέτησε την κεντρώα κατεύθυνση και θέλησε να προβάλει την «ήρεμη δύναμη». Η στάση αυτή είχε θετικό αποτέλεσμα για τον υποψήφιο-φαβορί.

Το βιβλίο που επιχειρεί να «κάψει» τον Ολάντ

Το τηλεοπτικό σόου της Δεξιάς επισκιάστηκε από την αναπάντεχη «εισβολή» του Φρανσουά Ολάντ στην επικαιρότητα, με την έκδοση ενός βιβλίου εκμυστηρεύσεών του σε δύο δημοσιογράφους, που προκάλεσε πάταγο και αντιδράσεις.

Ο «συγχρονισμός» της κυκλοφορίας του βιβλίου με την ημέρα του τηλεοπτικού ντιμπέιτ της Δεξιάς φάνηκε ότι αποσκοπούσε στο να «κλέψει την παράσταση» η έκδοση και να γίνει το θέμα της ημέρας στα ΜΜΕ. Το στοίχημα αυτό πέτυχε από την ανάποδη, γιατί το περιεχόμενο του βιβλίου προκάλεσε σοκ και κριτικές.

Η επιχείρηση επικοινωνίας λειτούργησε ως «μπούμερανγκ» για τον Γάλλο πρόεδρο.

Οι αμφιλεγόμενες εκμυστηρεύσεις σε ορισμένα αποσπάσματα του βιβλίου άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας, με σφοδρές αντιδράσεις από την Αριστερά, τροφοδοτώντας το αρνητικό κλίμα που διαμορφώνεται σχετικά με το ενδεχόμενο μίας νέας προεδρικής θητείας του Φρανσουά Ολάντ.

Το βιβλίο εκμυστηρεύσεων προς τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Le Monde» Ζεράρ Νταβέτ και Φαμπρίς Λομ, που κυκλοφόρησε έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Ενας πρόεδρος δεν πρέπει να τα λέει αυτά».

Σε 663 σελίδες παρουσιάζονται πολυάριθμες συνομιλίες που έχουν ηχογραφηθεί. Τα σχόλια του Ολάντ για τους μετανάστες, για το Ισλάμ, για την προσωπική του ζωή, για τη Δικαιοσύνη, προκάλεσαν εκρηκτικές αντιδράσεις.

Τα σχόλιά του εξόργισαν τους δικαστικούς, που τα θεώρησαν «ταπεινωτικά». Ο Ολάντ έσπευσε να τους δεχτεί στα Ηλύσια, αλλά δεν μπόρεσε να τους κατευνάσει.

Οι αμφιλεγόμενες εκμυστηρεύσεις του είχαν ως συνέπεια και την άμεση εκδικητική αντίδραση της πρώην συντρόφου του, Βαλερί Τριερβελέρ, η οποία δημοσίευσε στο twitter παλιό μήνυμά του στο οποίο αναφερόταν στους φτωχούς με τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «οι ξεδοντιάρηδες».

Οι Σοσιαλιστές έκριναν αυστηρά τις εκμυστηρεύσεις του, χαρακτηρίζοντάς τες «άθλιες», «φρικτές» «αξιοθρήνητες».

Τα ΜΜΕ επεσήμαναν ότι ο Ολάντ εκφράζει απόψεις αντίθετες με τις θέσεις που υποστηρίζει επίσημα ως πρόεδρος και ότι με τις εκμυστηρεύσεις του τορπίλισε την αξιοπιστία του και αμαύρωσε το προεδρικό προφίλ του.

Ο επικεφαλής της ομάδας των «ανταρτών» Σοσιαλιστών βουλευτών, Κριστιάν Πολ, δήλωσε «ο εαυτός του Ολάντ είναι ο χειρότερος εχθρός του».