Παραιτήθηκε ο επικεφαλής ενός από τους μεγαλύτερους δημοσιογραφικούς ομίλους στην Τουρκία, του Dogan Media, έπειτα από τη δημοσίευση από χάκερ e-mail που τον φέρνουν να ενδίδει σε πιέσεις από μέλη του στενού κύκλου του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν για να αλλάξει την εκδοτική γραμμή του ομίλου.
Στον δημοσιογραφικό όμιλο Dogan περιλαμβάνεται μία από τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία τουρκική εφημερίδα, η Hurriyet, αλλά και ο τηλεοπτικός σταθμός CNN Turk και το Kanal D.
Ο επικεφαλής του ομίλου, Μεχμέτ Αλί Γιαλτζιντάγ, διέψευσε ότι ήταν ο αποστολέας των e-mail που διέρρευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την αριστερή οργάνωση RedHack, και διαμήνυσε ότι θα προσφύγει στη δικαιοσύνη.
Όπως υποστήριξε, παραιτήθηκε για να μην αμαυρωθεί η φήμη της μητρικής εταιρείας Dogan Holding, που είναι ένας από τους πλέον γνωστούς οικογενειακούς ομίλους στη χώρα και δραστηριοποιείται σε πολλούς τομείς, από τα μέσα ενημέρωσης και την κτηματομεσιτική αγορά μέχρι την ενέργεια και το λιανικό εμπόριο.
«Αποφάσισα να αποχωρήσω από τη θέση μου, όπου υπηρέτησα με αφοσίωση και ευθύνη από τις αρχές του έτους ώστε οι κατηγορίες που στοχεύουν εμένα να μη βλάψουν την φήμη του ομίλου Dogan», είπε.
«Στον τεχνικό έλεγχο του προσωπικού μου υπολογιστή, αποκαλύφθηκε ότι αυτά τα μηνύματα δεν εστάλησαν από εμένα και δεν στάλθηκαν μέσω του υπολογιστή μου. Πρόκειται για μια απεχθή απάτη», υπογράμμισε.
Πάντως, τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που διέρρευσαν και τα οποία φέρεται να έστειλε ο Γιαλτζιντάγ περιελάμβαναν μια αλληλογραφία του με τον γαμπρό του Ερντογάν και υπουργό Ενέργειας, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, στην οποία ο επικεφαλής του Dogan φέρεται να δείχνει πρόθυμος να προσαρμόσει την εκδοτική γραμμή των μέσων ενημέρωσης του ομίλου για να εξευμενίσει την κυβέρνηση.
Από την πλευρά τους οι αξιωματούχοι στο γραφείο του Μπεράτ Αλμπαϊράκ αρνήθηκαν να προβούν σε κάποιο σχόλιο.
Πάντως, το γεγονός της παραίτησης του Μεχμέτ Αλί Γιαλτζιντάγ έρχεται να προστεθεί στη διεθνή ανησυχία για την άσκηση πίεσης σε μέσα ενημέρωσης στην Τουρκία από την τουρκική κυβέρνηση, ιδιαίτερα έπειτα από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επιβλήθηκε μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου.
Το καθεστώς κατάστασης έκτακτης ανάγκης έχει δώσει στις αρχές καθολικές εξουσίες και περισσότεροι από 100 δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί έπειτα από τις 15 Ιουλίου, με την υποψία ότι διατηρούν δεσμούς με το δίκτυο του Φετουλάχ Γκιουλέν, του μουσουλμάνου ιεροκήρυκα, τον οποίο κατηγορεί η Άγκυρα για την ενορχήστρωση της απόπειρας κατάλυσης της εξουσίας.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση έχει διατάξει το κλείσιμο 20 τηλεοπτικών σταθμών και ραδιοφωνικών σταθμών, με την κατηγορία ότι μεταδίδουν «τρομοκρατική προπαγάνδα», ενώ στο πλαίσιο των ευρύτερων εκκαθαρίσεων που εφαρμόζονται, περίπου 100.000 αστυνομικοί, στρατιώτες, δικαστές και δημόσιοι λειτουργοί έχουν απολυθεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα.
