Το γάντι στον πρόεδρο του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SPD) Ζίγκμαρ Γκάμπριελ πετάει το κόμμα της γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) με στόχο έναν κόκκινο-κόκκινο-πράσινο συνασπισμό στη Γερμανία, αν και αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο συνεργασίας.
«Ο Γκάμπριελ θα μπορούσε και πριν από το 2017 να σχηματίσει νέα κυβέρνηση με την Αριστερά και του Πράσινους» δήλωσε συγκεκριμένα η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του αριστερού κόμματος για να προσθέσει ότι εάν είχε το σθένος, το «SPD θα έπρεπε εδώ και καιρό να μην λιμνάζει στον μεγάλο συνασπισμό» με τους Χριστιανοδημοκράτες.
Ωστόσο, η Σάρα Βάγκενκνεχτ τόνισε πως το SPD θα πρέπει να ακολουθήσει μια άλλη πολιτική και να αποφασίσει εάν θέλει να αποκαταστήσει το κοινωνικό κράτος ή εάν θέλει να είναι ενάντια στους ψηφοφόρους του.
Δεν θα προσφέρουμε συνεργασία για να έχει την πλειοψηφία ένα πρώην λαϊκό κόμμα το οποίο έχει διώξει μόνο του τους ίδιους του τους ψηφοφόρους. Θα πρέπει να αλλάξουν πολλά, πάρα πολλά.
Στη συνέχεια η ίδια επέκρινε την συμφωνία CETA δηλώνοντας πως «αν θα πάμε μαζί στις εκλογές προφανώς δεν μπορεί να υπάρχουν εμπορικές συμφωνίες.
Κατά την Σάρα Βάγκενκνεχτ, εκτός από το Βερολίνο θα μπορούσε τον ερχόμενο Μάιο να γίνει μια κοκκινο-κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση και στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, μετά τις εκλογές στο πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας.
Συμμετοχή όμως της Αριστεράς στην τοπική κυβέρνηση θα μπορούσε να υπάρξει μόνον «ως αντάλλαγμα για μια πολιτική, η οποία να βελτιώνει αισθητά τη ζωή της εργαζόμενης μεσαίας τάξης και των φτωχότερων στρωμάτων», όπως είπε στη Rheinische Post.
Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) της Βόρειας Ρηνανiας-Bεστφαλίας έκρουσε εντούτοις τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο ενός τέτοιου συνασπισμού μετά τις εκλογές της 14ης Mαϊου 2017:
«Θα ήταν μια κυβέρνηση η οποία θα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερα δεινά από όσα προκαλεί η σημερινή κοκκινο-πράσινη κυβέρνηση στη Σαξωνία, όπου η κατάσταση της οικονομίας έχει επιδεινωθεί πλήρως», δήλωσε ο γενικός Γραμματέας της CDU Μπόντο Λέτγκεν επίσης στην Rheinische Post. Γι αυτό η CDU θα κάνει τα πάντα για να είναι το πρώτο κόμμα, πρόσθεσε ο συντηρητικός πολιτικός.
Γκύζι: «Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου»
Και ο προκάτοχος της Βάγκενκνεχτ στη θέση ο Γκρέγκορ Γκύζι βλέπει αναγκαίες τις αλλαγές στο SPD όπως για παράδειγμα την περιβόητη ατζέντα 2010 του σοσιαλδημοκράτη πρώην καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ. Τόνισε πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για έναν κοκκινο-κοκκινο-πράσινο συνασπισμό και σε εθνικό επίπεδο.
«Από τις αρχές του νέου χρόνου θα πρέπει να ξεκινήσουν συνομιλίες μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Αριστεράς. Πρόκειται για ιστορική ευθύνη, διαφορετικά η Γερμανία θα στραφεί προς τα δεξιά», τόνισε μιλώντας στην εφημερίδα Passauer Neue Presse.
Ο αναπληρωτής κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του SPD Αξελ Σέφερ, όχι μόνον δεν απέκλεισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αλλά δήλωσε στη Handelsblatt ότι «θα συζητήσουμε τους επόμενους μήνες, εάν το SPD θα κατέβει στις εθνικές εκλογές του 2017 με μια ξεκάθαρη θέση για κοκκινο-κοκκινο-πράσινο συνασπισμό». Η αποδοχή ενός τέτοιου συνασπισμού αυξάνεται σε πολλούς πολίτες, είπε χαρακτηριστικά.
«Ο Γκάμπριελ στη γέφυρα της Αριστεράς για καγκελάριος»
«Τα όρια της ντροπής έχουν ξεπεραστεί. Ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ θα αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία να γίνει καγκελάριος, αν όχι με τη βοήθεια του λαού, τουλάχιστον με τη βοήθεια αριστερών κομμάτων. Γι αυτό και θα βαδίσει πάνω στη γέφυρα την οποία κατασκευάζει το Die Linke» εκτίμησε ο υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας, Μάρκους Ζέντερ.
Σε συνέντευξή του στην Die Welt δήλωσε ότι θεωρεί ότι το αποτέλεσμα των εκλογών στο Βερολίνο είναι πιθανόν να οδηγήσει σε κόκκινο-κόκκινο-πράσινο συνασπισμό, ο οποίος θα είναι και το μοντέλο για τη Γερμανία, μετά τις εθνικές εκλογές το 2017.
Εξέφρασε επίσης την προσδοκία ότι η καγκελάριος θα αλλάξει ουσιαστικά την πολιτική της στο προσφυγικό. «Προβλέπεται αλλαγή πολιτικής. Οι δηλώσεις της καγκελαρίου είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Πρόκειται για την ορθή προσέγγιση. Τα λόγια όμως πρέπει να τα ακολουθήσουν πράξεις» τόνισε.
Η Αγγελα Μέρκελ παραδέχτηκε χθες σε συνέντευξη Τύπου, ότι έχουν γίνει λάθη στο προσφυγικό και έλαβε αποστάσεις από την έως τώρα πολιτική της, χωρίς όμως να δεσμευτεί συγκεκριμένα για κάποια αλλαγή πολιτικής.
