Το πώς η Μεγάλη Βρετανία θα αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και πώς θα διαμορφώσει τη σχέση της με αυτήν μετά το διαζύγιο θα εξεταστεί σήμερα στη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου της Τερέζα Μέι.
Μετά το καλοκαίρι πολιτικών σεισμών τους οποίους ακολούθησαν μερικές εβδομάδες ηρεμίας, θα είναι η πρώτη φορά που η νέα πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου θα συναντήσει τους υπουργούς της αφότου τους ζήτησε να αξιοποιήσουν τις διακοπές τους για να σκεφτούν και να προτείνουν ιδέες για το Brexit.
Παρά το γεγονός ότι πολλοί στην Ε.Ε. έδωσαν χρόνο στη Μέι για να διαμορφώσει τις διαπραγματευτικές θέσεις πριν κηρυχθεί επίσημα η έναρξη της διαδικασίας αποχώρησης, αδημονούν το Λονδίνο να αρχίσει τις συνομιλίες και να τερματίσει την αβεβαιότητα, η οποία όπως τονίζουν πλήττει τις επενδύσεις.
Σήμερα «η νέα ομάδα θα παρουσιάσει τις προτάσεις της και θα συζητηθούν τα επόμενα βήματα της διαπραγμάτευσης», σύμφωνα με κυβερνητική εκπρόσωπο, η οποία συμπλήρωσε ότι «όταν η πρωθυπουργός λαμβάνει μια απόφαση περιμένει από το υπουργικό της συμβούλιο να την εφαρμόσει».
Η Μέι έχει δηλώσει ότι δεν θα ενεργοποιήσει το Άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας – το οποίο προβλέπει την αποχώρηση ενός κράτους μέλους από την ΕΕ – πριν εξασφαλίσει ότι θα είναι σε θέση να επιτύχει την καλύτερη δυνατή συμφωνία για τη Βρετανία.
Η πρώην υπουργός Εσωτερικών, την οποία ένας συνεργάτης του Κάμερον χαρακτήριζε «ανυπότακτη», θα ζητήσει την άποψη του κοινοβουλίου, παρότι τυπικά δεν χρειάζεται την έγκρισή του.
Συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις της δεν θα επηρεαστούν από τις συνεχιζόμενες διαστάσεις των απόψεων εντός της κυβέρνησής της, που όπως και το Συντηρητικό Κόμμα γενικά διχάζεται για το εάν η Βρετανία πρέπει να αποχωρήσει από την ενιαία αγορά για να ανακτήσει τον έλεγχο των συνόρων της και της μετανάστευσης, ή να αναζητήσει συμβιβαστική λύση.
Ο νέος υπουργός Οικονομικών, Φίλιπ Χάμοντ, φέρεται να πιστεύει πως η πρόσβαση της Βρετανίας στην ενιαία αγορά πρέπει να διατηρηθεί «κατά τομείς», διότι επιθυμεί μια ευνοϊκή ρύθμιση για τον βρετανικό χρηματοοικονομικό τομέα, σύμφωνα με την εφημερίδα Telegraph.
Το υπουργείο Οικονομικών απέφυγε να σχολιάσει το δημοσίευμα, ωστόσο το ζήτημα είναι ανάμεσα σε αυτά που προκαλούν τις εντονότερες αντεγκλήσεις. Εναντίον αυτής της θέσης είναι ο λεγόμενος υπουργός Brexit Ντέιβιντ Ντέιβις και ο υπουργός Εμπορίου Λίαμ Φοξ, που θεωρούν ότι το Λονδίνο θα είναι σε θέση να περιορίσει τη μετανάστευση μόνο εάν αποχωρήσει εντελώς από την ενιαία αγορά.
Χθες ο Φρανσουά Ολάντ φάνηκε να επιβεβαιώνει τη θέση αυτή, όταν είπε πως η Βρετανία δεν μπορεί να μείνει εντός της ενιαίας αγοράς της ΕΕ εάν δεν τηρεί τις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες της – συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της κίνησης των προσώπων.
«Αυτή η επιλογή σημαίνει ότι η Βρετανία, μόλις αποχωρήσει, δεν θα μπορεί να συμμετέχει στις ευρωπαϊκές αποφάσεις», τόνισε ο Ολάντ μιλώντας σε γάλλους πρεσβευτές στο Παρίσι. «Δεν θα έχει πρόσβαση στην ενιαία αγορά εάν δεν αποδέχεται τις τέσσερις ελευθερίες και όλη την ευρωπαϊκή νομοθεσία», συμπλήρωσε.
