Ο Ματέο Ρέντσι προσπάθησε να φανεί αν όχι ήρεμος, σχετικά αισιόδοξος, κατά τη συνέντευξη Τύπου που οργανώθηκε χθες στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος. Παρά ταύτα, δεν κατάφερε να πείσει τους Ιταλούς και ξένους δημοσιογράφους. Είναι σαφές ότι για την ιταλική Κεντροαριστερά ο πρώτος γύρος των δημοτικών εκλογών ήταν περίπου ένα σκοτσέζικο ντους.
Στη Ρώμη εξασφάλισε σημαντικό προβάδισμα η υποψήφια του κινήματος Πέντε Αστέρων, Βιρτζίνια Ράτζι, με το 35% των ψήφων. Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, βουλευτής Ρομπέρτο Τζακέτι, πήρε εισιτήριο για τον δεύτερο γύρο, αλλά σταμάτησε στο 24% των προτιμήσεων.
Στο δε Μιλάνο, ο Μπέπε Σάλα -προσωπική επιλογή του Ρέντσι- ισοψήφησε, σχεδόν, με τον κεντροδεξιό Στέφανο Παρίζι – πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι ο Σάλα είναι ένας υπερπροβεβλημένος υποψήφιος, υπεύθυνος της διεθνούς έκθεσης Expo αφιερωμένης στη διατροφή, η οποία οργανώθηκε πέρυσι στην ιταλική συμπρωτεύουσα.
Ενα σημαντικό μέρος των προοδευτικών ψηφοφόρων θεώρησε, όμως, ότι δεν εκφράζει τις αξίες και τα βασικά πιστεύω της αριστερής παράδοσης. Κάκιστη η επίδοση της Κεντροαριστεράς και στη Νάπολη: στον δεύτερο γύρο θα λάβουν μέρος ο απερχόμενος, αυτόνομος, αριστερός δήμαρχος Λουίτζι ντε Ματζίστρις (42% των προτιμήσεων, χθες) και ο κεντροδεξιός Τζάνι Λετιέρι, ο οποίος δεν ξεπέρασε το 22%.
Μένει εκτός εκλογικής κούρσας η υποψήφια του Δημοκρατικού Κόμματος, Βαλέρια Βαλέντε, την οποία είχε επιλέξει -και σε αυτήν την περίπτωση- ο επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης.
Μια πρώτη πολιτική εκτίμηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Ιταλός πρωθυπουργός και πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας δεν στάθηκε ικανός να επεξεργαστεί μια αποδοτική στρατηγική, σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις των πολιτών για τις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Υπό την έννοια, κυρίως, ότι οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται πως τόσο η Κεντροδεξιά όσο και η Κεντροαριστερά δεν προχώρησαν στη βαθιά, αναγκαία αυτοκριτική και κάθαρση, μετά τα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης που ξέσπασαν στις μεγάλες πόλεις της χώρας, αρχίζοντας από τη Ρώμη.
Η παρείσδυση της μαφίας σε σειρά εργολαβιών, η εκμετάλλευση των κρατικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων για τη φιλοξενία των μεταναστών, η παράνομη οικειοποίηση παραθαλάσσιων εκτάσεων για κλειστές, οργανωμένες πλαζ, είχαν γίνει σχεδόν ο κανόνας.
Ο Ρέντσι δεν κατάφερε, προφανώς, να πείσει, μαζί με τους συνεργάτες του, ότι θα μπορεί να γυρίσει οριστικά σελίδα. Κάτι που υπόσχεται, με πειστικό τρόπο, το κίνημα Πέντε Αστέρων του Γκρίλο, το οποίο επιμένει πως «θα αλλάξει τα πάντα» στη διοίκηση της Αιώνιας Πόλης.
Οσο για τη Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, είναι σαφές ότι βρίσκεται, πλέον, σε κωματώδη κατάσταση. Η συντηρητική παράταξη κατάφερε να εξασφαλίσει θετικό αποτέλεσμα μόνον στο Μιλάνο, χάρη στη συνεργασία με την ξενοφοβική Λέγκα και τη λεπενικού προσανατολισμού Ακροδεξιά.
Αν ο Σίλβιο δεν διαλέξει το συντομότερο έναν ικανό διάδοχο, κινδυνεύει να τεθεί οριστικά εκτός παιχνιδιού και να χάσει σχεδόν όλα τα στελέχη του, τα οποία θα «μεταναστεύσουν» στα ψηφοδέλτια της Λέγκα και των νεοφασιστών.
Οσο για την παραδοσιακή Αριστερά, σε όλες τις μεγάλες πόλεις δεν ξεπερνά το 5%. Ενδεικτική η περίπτωση της Ρώμης, με υποψήφιο τον πρώην υφυπουργό Οικονομικών, Στέφανο Φασίνα.
Ολοι ελπίζουν να μπορέσει να μπει, ο ευρύτερος αυτός χώρος, σε μια νέα δυναμική, με την επίσημη ίδρυση του κόμματος της «Ιταλικής Αριστεράς», πριν από το τέλος του χρόνου. Εκείνος που θα πρέπει να αντιμετωπίσει, άμεσα, τα σημαντικότερα προβλήματα, όμως, παραμένει ο Ματέο Ρέντσι: το κόμμα του, οι Δημοκρατικοί, έχασε τη σαφή του, προοδευτική ταυτότητα και κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια επανέκδοση της Χριστιανικής Δημοκρατίας.
Πολλοί ψηφοφόροι νιώθουν αποπροσανατολισμένοι, και αν ο Ιταλός πρωθυπουργός δεν τους προσφέρει κάποιες απαντήσεις και εξηγήσεις, κινδυνεύει να χάσει και την επόμενη, κρίσιμη αναμέτρηση: το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου, με το οποίο οι πολίτες θα κληθούν να εγκρίνουν ή να απορρίψουν τις συνταγματικές αλλαγές που υιοθέτησε η κυβέρνηση.
