Αποστολή στο Ναγκόρνο Καραμπάχ
Η πεδιάδα του Αγκντάμ είναι στρωμένη σαν χαλί, με ροζ και κίτρινα λουλούδια που μόλις ανθίζουν.
Η άνοιξη έφτασε αργά στο Καραμπάχ, τα χιόνια ακόμη δεν έχουν λιώσει στα γύρω βουνά, ευτυχισμένα γελάδια χαίρονται τον ήλιο, περιφέρονται ανάμεσα σε ροδιές και βομβαρδισμένες αγροικίες και τα πουλιά πετάνε ελεύθερα τιτιβίζοντας πάνω από τα χαρακώματα της πρώτης γραμμής.

Είναι μόλις ένας μήνας μετά τον «πόλεμο των τεσσάρων ημερών» που ξέσπασε σαν καταιγίδα στις αρχές Απριλίου, μια «παγωμένη σύγκρουση» που στην Ευρώπη την είχαμε ξεχάσει.
Ομως ο πόλεμος για την ανεξαρτησία του Ναγκόρνο Καραμπάχ μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων είναι ακόμη νωπός, ζωντανός στη μνήμη, όπως και η Γενοκτονία.
Στον δρόμο για το μέτωπο συναντάμε συνεχώς, όλο και πιο πυκνά, τάφους των πεσόντων του πολέμου 1992-1994, με τις φωτογραφίες των νεκρών χαραγμένες πάνω σε μαύρη πέτρα.
Τώρα, δίπλα στα παλιά μνήματα, προστέθηκαν καινούργια.
Ο λοχαγός Γκαρίκ Αμπραχαμιάν με υποδέχεται στο προκεχωρημένο φυλάκιο, που λάμπει από καθαριότητα.
Γύρω του οι άντρες του, όλοι νεαρά παιδιά, χαμογελούν και αστειεύονται, λες και είναι σε σχολική εκδρομή.
Κάποιος φαντάρος ξυρίζεται, μέσα στο χαράκωμα, «θέλει να είναι όμορφος όταν πολεμάει», λέει ο δεκανέας του, ένα αγόρι με κατακόκκινα βουνίσια μάγουλα και μαύρα μάτια.

Από το χαράκωμα βλέπουμε τις θέσεις των Αζέρων στα 200-300 μέτρα.
«Δεν το περιμέναμε, μας χτύπησαν ξαφνικά με σφοδρά πυρά βαρέων όπλων το βράδυ της πρωταπριλιάς», λέει ο λοχαγός.
«Παρά τον αιφνιδιασμό και τον ανηλεή βομβαρδισμό, κρατήσαμε τις θέσεις μας και αποκρούσαμε την επίθεση. Στην έφοδο που έκαναν οι Αζέροι είχαν μεγάλες απώλειες. Εμείς χάσαμε σ’ αυτό το χαράκωμα δύο άντρες και οι Αζέροι 17, ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός και πήρε τις σορούς τους. Κάποιοι νεκροί δικοί τους είχαν μακριές γενειάδες, κάτι που δεν είναι καθόλου συνηθισμένο για τακτικές δυνάμεις. Πρέπει να ήταν μαζί με τον στρατό τους και ξένοι μισθοφόροι», ισχυρίζεται ο Αμπραχαμιάν, που θυμάται ότι και στον πόλεμο του 1992-94 πολέμησαν δίπλα στους Αζέρους Τσετσένοι και Αφγανοί ισλαμιστές.
«Εμείς πολεμάμε με την καρδιά μας, εκείνοι με τα λεφτά τους», λέει ένας άλλος αξιωματικός, που τονίζει πως οι Αρμένιοι κράτησαν τις θέσεις τους χάρη στο ηθικό τους και το κίνητρο να υπερασπιστούν τα πατρογονικά τους εδάφη, αν και σ’ αυτόν τον πόλεμο, το Αζερμπαϊτζάν έδειξε να έχει σημαντικά καλύτερα και πιο σύγχρονα όπλα, που μερικά τα απέκτησε πρόσφατα από Τουρκία, Ισραήλ και Ρωσία.

«Το φυσικό αέριο και οι εξαγωγές πετρελαίου χρηματοδότησαν το Blitzkrieg, αλλά με τα δολάρια δεν αγοράζεις ηθικό, ούτε κίνητρο», λέει με ένταση ο Αράμ, ένας 55χρονος εθελοντής, εργαζόμενος σε βενζινάδικο έξω από την πρωτεύουσα Στεπανακέρτ, που μαγειρεύει για τους φαντάρους δίπλα από το χαράκωμα.
Εφτασε στην πρώτη γραμμή την πρώτη ημέρα της μάχης, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του, τρία παιδιά και δύο εγγόνια.
Ο μεγάλος του γιος είναι και αυτός κάπου στο μέτωπο.
«Οι Αζέροι δεν έχουν εθελοντές, η λέξη αυτή τους είναι άγνωστη. Η γυναίκα μου μού είπε αμέσως μόλις ακούσαμε τα νέα “άσε τη δουλειά, τράβα να βοηθήσεις, να κρατήσουμε τη γη μας, πήγαινε στην ευχή του Θεού”».
Βγαίνοντας από την απαγορευμένη ζώνη, δεν συναντήσαμε μανάδες με τάπερ, ούτε και κανείς φαντάρος μάς ζήτησε τίποτα.
Ακόμη και τα τσιγάρα που τους προσφέραμε τα αρνήθηκαν.
▸ «Πώς πάει εδώ;» ρώτησα τον φρουρό στην πύλη.
▸ «Νορμάλ», μου είπε και άνοιξε την μπάρα.
Αναμνήσεις ενός βετεράνου στο Μαρτακέρτ
Πήραμε τον χωματόδρομο και τραβήξαμε βόρεια, προς το Μαρτακέρτ, την επαρχία που επλήγη περισσότερο από τους βομβαρδισμούς.
Κυβερνήτης είναι ο 56χρονος βετεράνος και ήρωας του πολέμου της ανεξαρτησίας Βλαντίκ Χατσατριάν, μαθηματικός, πρώην αξιωματικός πυροβολικού, ένας σκληροτράχηλος άντρας με σιδερένια χέρια και χαμόγελο παιδιού.
«Στην περιοχή μας έχουμε και δύο ελληνικά χωριά με Πόντιους, αλλά είναι ψηλά στα βουνά, στο Μορόβ, με ύψος 5.000 μέτρα, εκεί που έχουμε μεταλλεία. Στο χωριό Μεχμανά, ήρθαν οι Ελληνες· οικογένειες όπως οι Ιβανίδηδες, οι Μιχαηλίδηδες και άλλοι, από την Τραπεζούντα, για να δουλέψουν στις στοές, μια δουλειά που εμείς δεν ξέραμε. Εμείς βασικά είμαστε κτηνοτρόφοι και αγρότες· όλοι κι όλοι είμαστε 20.000 ψυχές. Στην επαρχία μας βρίσκονται επίσης μεταλλεία χρυσού, μολύβδου και χαλκού, το 60% των δασών του Ναγκόρνο Καραμπάχ και τα δύο σημαντικότερα ποτάμια».

Ο Βλαντίκ ξύπνησε το βράδυ από τις βόμβες που έπεφταν στο κεφαλοχώρι, έτρεξε και έβγαλε με λεωφορεία τα γυναικόπαιδα από το Μαρτακέρτ και τα φυγάδεψε στην πρωτεύουσα Στεπανακέρτ.
«Ο ουρανός είχε κοκκινίσει από τα πυρά, μας έριχναν αυτοί, ρίχναμε κι εμείς με πυροβολικό από τους γύρω λόφους, τα βουνά έκαναν αντίλαλο, ήταν μια κόλαση που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα. Σχεδόν όλοι οι άντρες έφυγαν αμέσως για το μέτωπο, που απέχει λίγα χιλιόμετρα. Ο γιος μου είναι γιατρός του στρατού και ήταν στην ανταλλαγή νεκρών που έγινε με την επίβλεψη του Ερυθρού Σταυρού. Μου είπε πως ο ίδιος επέβλεψε τη διακομιδή 117 Αζέρων μόνο σε ένα τμήμα του μετώπου, ενώ αυτοί λένε πως όλοι κι όλοι σκοτώθηκαν 93 σε όλο το μέτωπο κι άλλοι έξι άμαχοι».
Επίσημα, οι Αρμένιοι είχαν 90 νεκρούς στρατιώτες και τέσσερις αμάχους.
Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να επιβεβαιώσει κανείς τόσο τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων που είχαν οι δύο πλευρές όσο και τα περί ξένων μαχητών.
«Εμείς πολεμάμε για την πατρίδα μας, αυτοί πολεμάνε για την Τουρκία. Ο Ερντογάν τούς εξοπλίζει, τους εκπαιδεύει, τους παρακινεί να κάνουν πόλεμο», υποστηρίζει ο Βλαντίκ και υπογραμμίζει πως στην επαρχία του υπάρχουν 4.000 πολιτιστικά μνημεία και πως οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της περιοχής είναι πανάρχαια, με μια εκκλησία να χρονολογείται από τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
Μνήματα, αγελάδες, γεράκια και όλμοι στο Μανταγκίζ

Φύγαμε για το Μανταγκίζ, μέσα από κακοτράχαλους χωματόδρομους. Δίπλα μας, καταπράσινα βουνά, πλαγιές με άγρια μούρα και ρυάκια.
Προσπερνούσαμε συνέχεια μνήματα, αγελάδες και φορτηγά του στρατού που μετέφεραν πυρομαχικά.
Στους γύρω λόφους, καμουφλαρισμένα βαριά πυροβόλα και μονάδες πεζικού σε διασπορά. Πάνω μας πετούσαν γεράκια.

Στην κωμόπολη, χτισμένη σε μια όαση πράσινου δίπλα σε λίμνη που σαν τοπίο θυμίζει Ελβετία, είδαμε ελάχιστους από τους 250 μόνιμους κατοίκους.
Ο κοινοτάρχης τραυματίστηκε από βλήμα πυροβολικού που χτύπησε το αυτοκίνητό του και ήταν στο νοσοκομείο.
Ο αναπληρωτής του μάς δείχνει το σχολείο που έπαθε ζημιές από πυρά, όπως και αρκετά σπίτια, και πιάνουμε συζήτηση με φαντάρους από έναν λόχο μηχανικού που στρατοπεδεύει στην άκρη του χωριού.
Ο 20χρονος Νβερ, που σπούδαζε διεθνείς σχέσεις και τώρα ως επίστρατος αλλάζει λάστιχα σε φορτηγά, μας λέει πως παρά την εκεχειρία οι Αζέροι συνεχίζουν να πλήττουν την περιοχή με σποραδικά πυρά τη νύχτα και μας δείχνει το χαρακτηριστικό αποτύπωμα που αφήνει ο όλμος, λίγα μέτρα μακριά μας.
«Αυτός έπεσε χθες βράδυ. Πάντα βράδυ χτυπάνε».
Το Ταλίς έχει πια ερημώσει

Τελευταίος σταθμός το Ταλίς, το βορειότερο χωριό του Καραμπάχ, εκεί όπου διεξήχθησαν οι σφοδρότερες και φονικότερες συγκρούσεις.
Φτάσαμε υπό βροχή, από έναν δρόμο κακοτράχαλο και ανηφορικό, σε ένα χωριό-φάντασμα, άδειο από τους 567 κατοίκους του.
«Ολοι έφυγαν, άλλοι για να σωθούν κι άλλοι για να πολεμήσουν», λέει ο κοινοτάρχης Βιλέν Πετροσιάν.
«Στο τελευταίο σπίτι, ψηλά, εκεί που αρχίζει το δάσος, ειδικές δυνάμεις του αζέρικου στρατού μπήκαν την πρώτη νύχτα του πολέμου και σκότωσαν τρεις κατοίκους. Οι δύο, ζευγάρι, ο Βαλερά Καλαπιάν και η Ραμζέλα, ήταν υπερήλικοι και άρρωστοι. Η γυναίκα κατάκοιτη κι ο άντρας με πατερίτσες. Τους φρόντιζε η 70χρονη κόρη τους, Μαρούσια.
Οι τρεις άμαχοι εκτελέστηκαν μέσα στο σπίτι. Στους δύο οι Αζέροι έκοψαν τα αυτιά. Εναν Αρμένιο αξιωματικό που ζούσε στο χωριό και έπεσε στα χέρια των Αζέρων, του έκοψαν το κεφάλι. Αυτά τα φριχτά εγκλήματα, που θυμίζουν τους τρομοκράτες στη Συρία, δεν μας γονατίζουν, χαλυβδώνουν την πίστη μας».

Στο χωριό έγινε σφοδρή μάχη, αλλά μετά από μία ημέρα οι Αρμένιοι απώθησαν τους Αζέρους, που έφυγαν μέσα από το δάσος.
Η γραμμή αντιπαράθεσης εδώ είναι μόλις λίγες εκατοντάδες μέτρα.

Περιδιαβαίνουμε τους έρημους δρόμους, περνάμε το βομβαρδισμένο σχολείο που είχε ανακαινιστεί λίγες εβδομάδες πριν από τον πόλεμο και βλέπουμε το πολιτιστικό κέντρο του χωριού, εντελώς κατεστραμμένο.
«Εδώ κάναμε όλα μας τα γλέντια, τους γάμους, τα βαφτίσια. Τι χορούς έχουμε κάνει, τι χαρές, τώρα δεν έμεινε τίποτα», λέει ο Πετροσιάν.

Ανάμεσα στα χαλάσματα, φωτογραφίες από γάμους, σπασμένα πιάτα, γιρλάντες, ένα άθικτο μπιλιάρδο και ένας Αϊ-Βασίλης.
«Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψουν οι κάτοικοι, πιστεύω σύντομα. Προς το παρόν είναι πολύ επικίνδυνο γιατί μας ρίχνουν ελεύθεροι σκοπευτές από τον απέναντι λόφο που έχουν οι Αζέροι και, όταν βλέπουν κίνηση, ρίχνουν και όλμους. Θέλουν να μας διώξουν από τη γη μας. Εμείς δεν θα φύγουμε ποτέ. Στο χωριό, θα ξαναχτίσουμε το κέντρο, θα ξανακάνουμε γάμους, θα ξαναχορέψουμε. Εδω θα μείνουμε για πάντα, γιατί πάντα ήμασταν εδώ».
Η αγκαλιά και το ουράνιο τόξο

Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ο οδηγός μας, ο 19χρονος Αραΐκ, μας παρακάλεσε να ψάξει να βρει τον 20χρονο αδελφό του, Τζίμα, που βρισκόταν κάπου κοντά, σε ένα όρυγμα, στην πρώτη γραμμή.
Είχε να τον δει έναν μήνα. Κατεβήκαμε τον χωματόδρομο και μπήκαμε σε μια πεδινή έκταση, γεμάτη μοβ λουλούδια.
Μπροστά μας, πολύ κοντά, ήταν οι λόφοι υπό αζερικό έλεγχο.
Ξαφνικά, μέσα από τα ψηλά χόρτα, πετάχτηκε ένας φαντάρος με πλήρη εξάρτυση. Του ζητήσαμε να φωνάξει τον Τζίμα.
Εμφανίστηκε μετά από λίγο, από το πουθενά· τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, όρθια, εκτεθειμένα μέσα στον κάμπο.
Η βροχή είχε σταματήσει και πίσω τους βγήκε ένα ουράνιο τόξο.

