Τσερνόμπιλ, 130 χιλιόμετρα βόρεια του Κιέβου. Τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου του 1986, ένα προγραμματισμένο πείραμα στον αντιδραστήρα νούμερο 4 του πυρηνικού σταθμού «Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν» θα οδηγήσει σε διαδοχικές εκρήξεις και στην αποκόλληση του προστατευτικού σκέπαστρου.
Αυτό θα έχει συνέπεια να εκλυθούν στην ατμόσφαιρα ραδιενεργά στοιχεία όπως ιώδιο, καίσιο, στράνιο κ.λπ.
Τρία νέφη θα σχηματιστούν τις επόμενες μέρες απ’ την έκρηξη και τον φλεγόμενο αντιδραστήρα.
Οι απώλειες είναι τραγικές απ’ την πρώτη στιγμή, όταν χάνουν τη ζωή τους από την ακτινοβολία και τα εγκαύματα οι πυροσβέστες που σπεύδουν να σβήσουν τη φωτιά, αλλά και εργαζόμενοι στον σταθμό.
Η πυρκαγιά θα τεθεί υπό έλεγχο 3 μέρες αργότερα, ενώ η περιοχή εκκενώνεται μέσα σε μια νύχτα.
200 ατομικές βόμβες

Στις 28 Απριλίου, σταθμοί μέτρησης ραδιενέργειας στη Σουηδία διαπιστώνουν αυξημένα ποσοστά ραδιενεργών στοιχείων.
Η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ τότε είναι φειδωλή στις πληροφορίες που δίνει.
Αρχικά γίνεται λόγος για ένα «μικρό ατύχημα», αλλά μέρες μετά αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι τα πράγματα είναι σοβαρά.
ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία προσφέρουν χείρα βοηθείας, αλλά η ΕΣΣΔ αρνείται, δηλώνοντας πως όλα είναι υπό έλεγχο.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, εκείνες τις μέρες εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα ραδιενεργά στοιχεία που αντιστοιχούσαν σε 200 βόμβες σαν αυτές που έπεσαν στη Χιροσίμα.
Επίσημα, η ΕΣΣΔ παραδέχεται 31 νεκρούς απ’ τη διαρροή, ωστόσο στα χρόνια που θα ακολουθήσουν τα θύματα ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες.
Τα στοιχεία του ΟΗΕ αναφέρουν πως περισσότεροι από 8 εκατ. άνθρωποι εκτέθηκαν στη ραδιενέργεια και 400.000 εγκατέλειψαν τις εστίες τους.
Ανέτοιμοι

Οπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, καμία χώρα δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει ένα τέτοιου είδους δυστύχημα, ούτε καν οι προηγμένες δυτικές χώρες.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ελλιπή ενημέρωση για το τι συνέβη πραγματικά στο Τσερνόμπιλ, θα οδηγήσει τις κυβερνήσεις στο να μεταδίδουν καθησυχαστικά μηνύματα, ανάμεσά τους και η ελληνική.
Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος θα εκδράμει στα σούπερ μάρκετ, αδειάζοντας τα ράφια από γάλατα και τρόφιμα.
Ουσιαστική ενημέρωση, ωστόσο, δεν θα υπάρξει την εποχή εκείνη.
Χαρακτηριστικές είναι οι διαφημίσεις της εποχής, όπου οι εταιρείες γάλακτος ενημερώνουν το κοινό πως το δικό τους γάλα προέρχεται από σκόνη και όχι από αγελάδες που βόσκουν στα… μολυσμένα λιβάδια.
Δέκα χρόνια μετά, ομάδα του τομέα Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, υπό τον καθηγητή Σ. Σιμόπουλο, κάνει έρευνες σε όλη την ελληνική επικράτεια.
Το καίσιο υπάρχει ακόμα, και μάλιστα σε υψηλότατες τιμές στη Δυτική Μακεδονία, τη Θεσσαλία και σε περιοχές της Πελοποννήσου.
Μετρήσεις αποδεικνύουν ότι το Αιγαίο είναι έξι φορές πιο μολυσμένο απ’ το Ιόνιο.
«Κανείς δεν γνωρίζει για πόσα χρόνια ακόμα θα μας βασανίζει η ραδιενέργεια. Δεν έχουμε εμπειρία. Τώρα τη μαθαίνουμε. Eνα από τα άγνωστα σε μας στοιχεία είναι η χρονική διάρκεια των επιπτώσεων», θα πει τότε ο καθηγητής.
Τσερνόμπιλ και καρκίνος

Οι τερατογενέσεις και τα κρούσματα καρκίνου (λευχαιμία, θυρεοειδής αδένας, οστά, γαστρεντερικό σύστημα κ.ά.) θα εκτοξευθούν τα επόμενα χρόνια στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία.
Μελέτη της UNSCEAR (Επιστημονική Επιτροπή του ΟΗΕ για τις Επιπτώσεις απ’ την Ατομική Ενέργεια) που δημοσιεύτηκε το 2000, παραδέχθηκε αύξηση στα κρούσματα καρκίνου του θυρεοειδούς, υπολογίζοντας πως όσο περνούν τα χρόνια θα φαίνονται οι συνέπειες της έκρηξης του 1986.
Απ’ την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ενδοκρινολογική Εταιρεία έχει ασχοληθεί πολλές φορές με τα κρούσματα του καρκίνου του θυρεοειδούς, αναφέροντας χαρακτηριστικά πως πρόκειται για μια ασθένεια, η οποία παρουσιάζει έξαρση απ’ τη δεκαετία του ’90.
Ευρωπαϊκές ιατρικές επιθεωρήσεις, διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν αναφέρει στο παρελθόν ότι ο αριθμός των θυμάτων του Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα ίσως να φτάνει τους 1.500.
Τόσες ήταν μέσα στη δεκαετία 1986-1996 οι καταγεγραμμένες ανεξήγητες περιπτώσεις καρκίνου που δεν δικαιολογούνταν από το «ιστορικό» του ασθενούς.
Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και οι 2.500 τεχνητές διακοπές κύησης που έγιναν στην Ελλάδα κατά το διάστημα αμέσως μετά την καταστροφή.
Αφαίρεση θυρεοειδούς
Στις αρχές του 2000 η μέση αναμονή στους θεραπευτικούς θαλάμους ιωδίου στα ελληνικά νοσοκομεία είναι 7-9 μήνες.
Πρόκειται για τη θεραπεία που ακολουθούν όσοι έχουν αφαιρέσει τον θυρεοειδή τους, λόγω όζων που αποδείχθηκαν στη συνέχεια κακοήθεις.
Ο μέσος όρος αναμονής έχει μειωθεί σήμερα, αυτό όμως δεν οφείλεται στον αριθμό των κρουσμάτων, αλλά στο ότι περισσότερα νοσοκομεία απέκτησαν ανάλογους θαλάμους.
Το μοναδικό θετικό απ’ όλη την ιστορία είναι πως ο συγκεκριμένος καρκίνος έχει εξαιρετική πρόγνωση σε ποσοστό 90%, αν ανιχνευθεί έγκαιρα.
«Κάθε εβδομάδα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στο Ρίο χορηγούμε θεραπεία σε 4 περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο γιατρός Πυρηνικής Ιατρικής, Κώστας Γιαννάκενας.
«Πρόκειται για μια ασθένεια που ήταν σπάνια πριν από 25 χρόνια, όταν εγώ ήμουν στο πτυχίο ακόμα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ιατρικές πηγές συσχετίζουν την αύξηση των κρουσμάτων με το Τσερνόμπιλ, αλλά και με τη γενικότερη χρήση της ραδιενέργειας.
Κανένας φορέας ωστόσο δεν το κάνει επίσημα, τουλάχιστον στην Ελλάδα.
Ωστόσο, σε συνέδριο του 2014 που έγινε στη Θεσσαλονίκη και επιχειρώντας οι επιστήμονες να εξηγήσουν την υψηλή θνησιμότητα από καρκίνο στην Κεντρική Μακεδονία (Σέρρες, Δράμα), ανέφεραν ως έναν απ’ τους λόγους τη μεταφορά ραδιενεργών υλικών μέσω του ποταμού Νέστου, από διαρροή που είχε λάβει χώρα στον αντιδραστήρα του Κοζλοντούι στη Βουλγαρία, το 2006.
