Με φωτεινά και σκοτεινά σημεία παρουσιάζεται το 2016 για την Ιταλία. Θα πρέπει να δούμε τι αποτελέσματα θα μπορέσει να πετύχει η «Ιταλική Αριστερά», η νέα, ενιαία κοινοβουλευτική ομάδα η οποία συγκροτήθηκε το φθινόπωρο και ευελπιστεί να καταφέρει να εκφράσει την απογοήτευση πολλών προοδευτικών ψηφοφόρων.
Των ψηφοφόρων που δεν αισθάνονται να καλύπτονται και να εκπροσωπούνται από την πολιτική ηγεσία του Ματέο Ρέντσι.

Προς το παρόν, η Sinistra Italiana (Ιταλική Αριστερά) αποφάσισε να πάρει μέρος στις τοπικές εκλογές στη Ρώμη, την άνοιξη, με υποψήφιο δήμαρχο τον Στέφανο Φασίνα.
Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Λέτα θα αναγκαστεί, λοιπόν, να κάνει κάποιες σαφείς επιλογές: να αποδείξει αν μπορεί να χαράξει δικό του δρόμο, διεκδικώντας αυτονομία από το «κατεστημένο» της Κεντροαριστεράς, το οποίο κυβέρνησε την ιταλική πρωτεύουσα επί σειρά ετών στο παρελθόν, αλλά όχι μόνον.
Παράλληλα, θα πρέπει να αναμετρηθεί με το κίνημα Πέντε Αστέρων, το οποίο στάθηκε ικανό να ταυτιστεί στη συνείδηση πολλών με την ανανέωση και την αποχή από ύποπτους συμβιβασμούς.
Η «μάχη της Ρώμης» θα είναι εμβληματική, τόσο για την Αριστερά όσο και για τα Πέντε Αστέρια που ίδρυσε ο Γκρίλο. Θα μπορούσε να είναι η πρώτη μεγάλη πόλη στην οποία θα κυβερνήσουν.
Και τα προβλήματα της ιταλικής πρωτεύουσας, ιδίως την περίοδο αυτή, είναι αμέτρητα: από το νέφος μέχρι την καθαριότητα των δημόσιων χώρων αλλά και τις γνωστές, αιώνιες, ύποπτες προμήθειες και εργολαβίες.
Οι εκπρόσωποι των «πεντάστερων» θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μεταναστευτικό, με δημοτικές επιχειρήσεις που παρουσιάζουν παθητικό, με τα συμφέροντα τα οποία, παραδείγματος χάριν, δεν θέλουν να περιορίσουν την κίνηση των Ι.Χ. αυτοκινήτων.

Το κίνημα του Μπέπε Γκρίλο θα πρέπει να προτείνει κάποιες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες να εκπροσωπούν τη «βάση» των ψηφοφόρων, για να καταφέρει να παραμείνει, όπως παρουσιάζεται μέχρι τώρα, μια μη κομματική δύναμη, μακριά από τις παραδοσιακές έννοιες της Δεξιάς και της Αριστεράς.
Στο παιχνίδι, φυσικά, πρωταγωνιστικό ρόλο θα συνεχίσει να παίζει και ο Ματέο Ρέντσι.
Το μεγάλο ερώτημα είναι, πρώτα από όλα, μέχρι ποιου σημείου θα φτάσει η λεκτική σύγκρουση με την Ανγκελα Μέρκελ σε ό,τι αφορά το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης, αν η ευελιξία θα αντικαταστήσει, όντως, τη λιτότητα.
Οι Ιταλοί, πριν από δύο χρόνια, θεώρησαν ότι ο Ρέντσι εκπροσωπούσε, πράγματι, μια καινοτομία στο πολιτικό σκηνικό. Δεν κέρδισε ποτέ βουλευτικές εκλογές, αλλά υπερίσχυσε στην ανοιχτή διαδικασία εκλογής του επικεφαλής του κεντροαριστερού κόμματος.
Οταν έγινε πρωθυπουργός, υποσχέθηκε ότι θα έστελνε για «απόσυρση» όλη την παλιά πολιτική κάστα και τις μεθόδους της.
Τώρα, όμως, τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Μια σημαντική διάψευση υπήρξε τις περασμένες εβδομάδες, με το σκάνδαλο τεσσάρων τραπεζών, οι οποίες για να «σωθούν» από βέβαιη χρεοκοπία θυσίασαν τις επενδύσεις των ομολογιούχων και μετόχων.
Παρά το ότι αντιπρόεδρος μίας εκ των τεσσάρων τραπεζών χρημάτισε ο πατέρας της υπουργού Μεταρρυθμίσεων Μαρία Ελενα Μπόσκι, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών θεώρησε ότι δεν υπήρχε κανένα απολύτως πολιτικό θέμα για την κυβέρνηση.
Ο πατέρας της Μαρία Ελενα δεν βαρύνεται με κάποια κατηγορία, όμως ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι, πιθανώς, το διοικητικό συμβούλιο στο οποίο μετείχε δεν υπερασπίστηκε αποτελεσματικά τα συμφέροντα των χιλιάδων πελατών των τραπεζών, αλλά σπατάλησε τα χρήματα των πολιτών σε λάθος επενδύσεις.
Στην πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσαν τα Πέντε Αστέρια κατά της Μπόσκι, ο Ρέντσι απάντησε υπερασπιζόμενος μέχρι τέλους την υπουργό του, αρνούμενος «να τη θυσιάσει».
Ξαφνικά, ο Ματέο Ρέντσι άρχισε να σκέφτεται σαν τους επαγγελματίες πολιτικούς, οι οποίοι λένε ότι η ηθική και τυχόν ποινική ευθύνη είναι αποκλειστικά και μόνον προσωπική.
Παλαιότερα, σε παρόμοιες περιπτώσεις, είχε κάνει αναφορά στην πολιτική ευαισθησία και ευθιξία, η οποία θα πρέπει να καθορίζει τέτοιου είδους σημαντικές επιλογές.
Τώρα οι ανησυχίες αυτές φαίνεται να έχουν εκλείψει και αρκετοί πρώην θιασώτες του Ιταλού σαραντάχρονου πρωθυπουργού άρχισαν να το αντιλαμβάνονται και να προβληματίζονται.
Από το επόμενο έτος, οι Ιταλοί θέλουν να επικεντρωθούν, βεβαίως, και σε κάποια πράγματα άμεσου, καθημερινού χαρακτήρα.
