Πού πάνε οι γυναίκες όταν εξαφανίζονται; Πώς μπορεί να χάνονται τα ίχνη τους; Πόσα χρόνια μπορεί να πασχίζεις να τις βρεις, αν ποτέ τα καταφέρεις; Πώς να τις αναζητήσεις όταν έφυγαν για άλλη χώρα και τίποτα δεν προμήνυε ένα τέλος; Οταν πεθαίνουν ή δολοφονούνται και το μόνο που απομένει είναι μια σορός στα αζήτητα των νεκροτομείων, ένα δείγμα DNA, κάποιο κομμάτι ρούχου και μερικές φωτογραφίες (ή ένα τατουάζ ή κάποιο ιδιαίτερο σωματικό χαρακτηριστικό) προτού θαφτούν σε κάποιον ανώνυμο τάφο;
Αυτή είναι η πραγματικότητα για εκατοντάδες γυναίκες, όχι σε περιοχή που μαστίζεται από πολέμους, ανθρωπιστικές κρίσεις, φυσικές καταστροφές, αλλά στην προηγμένη Ευρώπη.
Σαν εκείνη της οποίας η σορός βρέθηκε στον ποταμό Γκρουτ Σιν στην Αμβέρσα τον Ιούνιο του 1992. Είχε δολοφονηθεί, αλλά η βελγική αστυνομία δεν μπόρεσε να την αναγνωρίσει κι ούτε να βρει τον δολοφόνο της. Ενα τατουάζ ενός μαύρου τριαντάφυλλου και κάποια αρχικά στο αριστερό της χέρι ήταν το μόνο στοιχείο που είχαν. Ο φάκελός της μπήκε σε κάποιο ράφι κι έμεινε να σκονίζεται για κάπου τρεις δεκαετίες, μαζί με πολλές άλλες ανάλογες υποθέσεις.
Θα έμεναν εκεί ξεχασμένες, γράφει ρεπορτάζ της Guardian, αν οι ολλανδικές αρχές δεν διαπίστωναν πως ένα μεγάλο μέρος των ανεξιχνίαστων υποθέσεων που συσσωρεύονταν στα δικά τους αρχεία αφορούσαν αταυτοποίητες δολοφονημένες γυναίκες, που η αρχική έρευνα έδειχνε πως το πιθανότερο ήταν οι περισσότερες να ήταν μετανάστριες, θύματα trafficking, κοινωνικά αποκλεισμένες ή ξένες υπήκοοι των οποίων οι συγγενείς δεν γνώριζαν ότι χάθηκαν σε κάποια άλλη χώρα. Περιστάσεις όλες τους για τις οποίες χρειαζόταν μια διεθνής συνεργασία. Απευθύνθηκαν στις αστυνομίες του Βελγίου και της Γερμανίας και την Interpol για να συζητήσουν την πιθανότητα μια συντονισμένης πρωτοβουλίας για πληροφορίες σχετικά με τις υποθέσεις.
«Αναγνώρισέ με»
Ετσι ξεκίνησε η λειτουργία της Ομάδας Εγκληματολογικών Ερευνών της Interpol, με επικεφαλής τη Σούζαν Χίτσιν, που τον Μάιο του 2023, εγκαινίασε την καμπάνια «Αναγνώρισέ με»(1), αρχίζοντας να δημοσιοποιεί μέσα από τον ιστότοπό της αλλά και σε ιστοσελίδες θεσμών και ΜΜΕ όσα στοιχεία είχαν από θανάτους ή δολοφονίες άγνωστων γυναικών στην Ευρώπη, ελπίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να τις αναγνωρίσουν συγγενείς ή φίλοι.
Επειτα από περισσότερες από τρεις δεκαετίες, «η γυναίκα του τατουάζ με το τριαντάφυλλο» ήταν η πρώτη που ταυτοποιήθηκε μέσα από αυτήν την καμπάνια: έπαψε να είναι ένας αριθμός στον μαύρο κατάλογο των γυναικοκτονιών κι απέκτησε όνομα και ένα μέρος της ιστορίας της. Συγγενείς αυτής που εν τέλει αποδείχθηκε πως ήταν η 31χρονη Ουαλή Ρίτα Ρόμπερτς, επικοινώνησαν με την ομάδα της Χίτσιν, όταν αναγνώρισαν το χαρακτηριστικό τατουάζ της σε ειδησεογραφικά ρεπορτάζ για την πρωτοβουλία «Αναγνώρισέ Με».
Η Ρόμπερτς έφυγε από το Κάρντιφ για την Αμβέρσα τον Φεβρουάριο του 1992. Τελευταία φορά επικοινώνησε με την οικογένειά της τον Μάιο εκείνης της χρονιάς κι έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη της.
Οι δικοί της άνθρωποι δεν έμαθαν για το πτώμα που ένα μήνα μετά βρέθηκε στον Γκρουτ Σιν. Δεν υπήρχε κανένας δίαυλος θεσμικής επικοινωνίας με τις αρχές. Η διεθνής συνεργασία και η συμμετοχή των πολιτών είναι καταλυτική για την ταυτοποίηση αυτών των γυναικών. Στις πρώτες 22 υποθέσεις ανταποκρίθηκαν περισσότεροι από 1.800 άνθρωποι.
«Και το παραμικρό στοιχείο μπορεί να είναι κρίσιμο συμβάλλοντας στην επίλυση αυτών των ανοιχτών υποθέσεων […] Μια ανάμνηση, ένα ίχνος, μια ιστορία που μοιράζονται… Κι η πιο ανεπαίσθητη λεπτομέρεια μπορεί να βοηθήσει να αρχίσουμε να ανασυνθέτουμε τις ζωές τους και να οδηγηθούμε στην αλήθεια».
Γραφειοκρατικές αγκυλώσεις
Σήμερα η καμπάνια αφορά ανεξιχνίαστες υποθέσεις 46 γυναικών που πέθαναν ή δολοφονήθηκαν πριν από πολλά χρόνια σε Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία και Ολλανδία, και που βάσει ιατροδικαστικών στοιχείων εικάζεται πως στη συντριπτική τους πλειονότητα κατάγονταν από άλλες χώρες.
Καθεμία φέρει απλά δύο γράμματα (από τα αρχικά της χώρας όπου βρέθηκε το πτώμα της), δύο αριθμούς (από τη σειρά της υπόθεσής της) και μακάβριους τίτλους της ακόμη πιο μακάβριας μοίρας που τους έλαχε: «Η γυναίκα στο πηγάδι», «Το πτώμα στο χαλί», «Η γυναίκα στη χαρτόκουτα», «Το καμένο πτώμα στο δάσος», «Η έγκυος με τα σκουλαρίκια από γρανίτη», «Η γυναίκα στη βαλίτσα», «Η νεαρή του πάρκινγκ», «Η γυναίκα των συνόρων», «Το κορίτσι στον ποταμό Μάιν»…
Μετανάστριες και κοινωνικά αποκλεισμένες
Είναι, ωστόσο, απογοητευτικό που δεν συμμετέχουν περισσότερες χώρες και που η ανταλλαγή τέτοιων δεδομένων δεν είναι συστηματική, λέει η Χίτσιν στη βρετανική εφημερίδα, φέρνοντας για παράδειγμα περιπτώσεις όπου κάποια σορός βρίσκεται σε μια συνοριακή περιοχή και οι δύο χώρες δεν μοιράζονται τα δεδομένα που έχουν στη διάθεσή τους… Οπως έγινε με την Ανζελίκ Χέντριξ, μια γυναίκα που δηλώθηκε αγνοούμενη το 1990 και χρειάστηκαν 34 χρόνια για να ταυτοποιηθεί.
Το κρανίο και οστά της είχαν βρεθεί το 1991, 10 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της στην Ολλανδία, αλλά απέναντι από ένα ποτάμι στα βελγικά σύνορα. Οι γονείς της πέθαναν χωρίς να γνωρίσουν τι είχε συμβεί στην κόρη τους, επειδή ο νόμος εκείνη την εποχή δεν επέτρεπε στο Βέλγιο να κοινοποιεί δεδομένα DNA και να επιτρέπει την αντιστοίχιση με το μητρώο αγνοουμένων της Ιντερπόλ.
Οι πιο ευάλωτες να πεθάνουν χωρίς να μπορούν να αναγνωριστούν τείνουν να είναι οι μετανάστριες και εκείνες που έχουν αποκοπεί από τις οικογένειές τους ή ζουν σε συνθήκες απομόνωσης και αποκλεισμού. Μία από τις πιο πρόσφατες υποθέσεις στη λίστα της Interpol είναι μια γυναίκα που αναφέρεται ως FR01. Οστά της βρέθηκαν σε σακούλα σε εγκαταλειμμένο οικόπεδο στο Σεν Ντενί του Παρισιού τον Ιούνιο του 2021.
Ηταν αφρικανικής καταγωγής, κάπου 20 ετών, αλλά οι γαλλικές αρχές δεν είχαν κάποια σχετική καταγγελία για εξαφάνιση. Ελπίζουν ότι μετά τη διεθνή έκκληση και τη φωτογραφία με ανασύσταση του προσώπου της μέσω τεχνητής νοημοσύνης, κάποιος αργά ή γρήγορα θα την αναγνωρίσει.
Για να δικαιωθούν σε ένα βαθμό, προσθέτει η Χίτσιν στην Guardian. «Θέλουμε τουλάχιστον να μπορέσουμε να τους δώσουμε ξανά τα ονόματά τους, να τους δώσουμε ξανά αυτή την αξιοπρέπεια, ακόμα και μετά τον θάνατο».
(1) https://www.interpol.int/en/What-you-can-do/Identify-Me
