ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μία ώρα αφότου γέννησε, υπάλληλοι των κοινωνικών υπηρεσιών του δήμου πήραν το μωρό της Ιβάνα Μπρόνλουντ για να το δώσουν σε ανάδοχη οικογένεια. «Το μόνο που θέλω είναι να μου δώσουν την ευκαιρία να αποδείξω ότι είμαι καλή μητέρα» επαναλάμβανε από τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της, όταν το αμφιλεγόμενο FKU, το «τεστ γονικής καταλληλόλητας» στο οποίο η Δανία υποβάλλει γονείς όταν οι Αρχές υποπτεύονται πως μπορεί τα παιδιά να κινδυνεύουν από παραμέληση ή κακοποίηση, συμπέρανε πως δεν είχε τις απαραίτητες δεξιότητες, γνώσεις και εφόδια για να μεγαλώσει ένα παιδί.

Η Ιβάνα Μπρόνλουντ γεννήθηκε στη Γριλανδία και μετακόμισε στην Δανία όταν την υιοθέτησε ένα ζευγάρι Δανών. Κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον πατέρα της, ήταν παίκτρια στην εθνική ομάδα νεανίδων της Γριλανδίας στο χάντμπολ και όταν στα 17 της έμεινε έγκυος, την ανάγκασαν να δει ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς και να υποβληθεί σε τυποποιημένα ψυχολογικά και τεστ IQ που αξιολογούσαν ακόμα και την ικανότητά της να λύνει μαθηματικές ασκήσεις (!!!). Ηταν επτά μηνών έγκυος όταν, στη βάση των αποτελεσμάτων αυτών των τεστ, ψυχολόγος τής είπε ότι θα της πάρουν το μωρό μόλις γεννηθεί γιατί «δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει την ευημερία και την ανάπτυξη του παιδιού της».

Τεστ φυλετικών διακρίσεων

Τα τεστ αυτά περιλαμβάνουν συνεντεύξεις με τους γονείς και τα παιδιά, γνωστικές ασκήσεις (όπως να θυμούνται μια ακολουθία αριθμών ανάποδα), ερωτηματολόγια γενικών γνώσεων και κουλτούρας, τεστ προσωπικότητας και συναισθηματικών αντιδράσεων. Οι υποστηρικτές τους λένε πως προσφέρουν μια μέθοδο πιο αντικειμενική από την υποκειμενική άποψη κάποιου κοινωνικού λειτουργού που θα δει την οικογένεια.

Αλλά, όπως λένε οι επικριτές τους, στερούνται επιστημονικής εγκυρότητας και έχουν αναπτυχθεί για να μελετήσουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όχι για να προβλέψουν την ικανότητα ανατροφής παιδιών. Επιπλέον, έχουν σχεδιαστεί στη βάση δανικών πολιτιστικών αντιλήψεων. Δεν λαμβάνουν υπόψη πιθανά γλωσσικά εμπόδια (πολλοί Γριλανδοί δεν μιλούν καλά δανικά) ή πολιτισμικές διαφορές και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε λάθος αξιολόγησή τους.

Σε έκθεση του Δανικού Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σημειώνεται ότι ακριβώς επειδή δεν συνεκτιμώνται αυτές οι διαφορές, οι Γριλανδοί γονείς διατρέχουν «τον κίνδυνο να λάβουν χαμηλές βαθμολογίες κι έτσι να συνάγεται ότι έχουν μειωμένες γνωστικές ικανότητες, χωρίς να υπάρχουν πραγματικά στοιχεία για αυτό. Κι αυτό μπορεί να συμβάλει στην αναγκαστική απομάκρυνση ενός παιδιού από την οικογένειά του».

Ενδεικτική του ρατσισμού που διέπει αυτήν την πρακτική είναι έρευνα του δανικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών που αποκάλυψε πως τα παιδιά γριλανδικής καταγωγής τα οποία γεννιούνται στη Δανία έχουν 5,6 φορές περισσότερες πιθανότητες από τα άλλα παιδιά της χώρας να απομακρυνθούν από τις οικογένειές τους.

Χειρονομίες κατευνασμού

Αυτή η πρακτική είναι αιτία μιας από τις πολλές τριβές που υπάρχουν στην περίπλοκη σχέση της Δανίας με τη Γριλανδία, η οποία αποτελεί αυτοδιοικούμενο έδαφός της. Και ξετυλίχθηκε σε μια συγκυρία όπου επικρέμαται η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει με κάθε μέσο αυτό το νησί. Και όπου η Δανία προσπαθεί να κατευνάσει τις χρόνιες διαμαρτυρίες των Γριλανδών για την άδικη μεταχείριση που ιστορικά τους έχει επιφυλάξει, ώστε να τους έχει στο πλευρό της.

Σε αυτό το πλαίσιο το περασμένο καλοκαίρι το Κοινοβούλιο ενέκρινε την αλλαγή στον τρόπο που αυτά τα τεστ εφαρμόζονται σε οικογένειες γριλανδικής καταγωγής ώστε να λαμβάνεται υπόψη η κουλτούρα τους. Οπως και η συγγνώμη που ζήτησε η πρωθυπουργός Φρεντέρικσεν για την καμπάνια αναγκαστικής αντισύλληψης μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών και κοριτσιών της Γριλανδίας τη δεκαετία 1960-1970: τοποθετώντας τους ενδομήτριο σπείραμα, ακόμα και σε κορίτσια 12 ετών και με τις περισσότερες δίχως καν να ξέρουν τι ακριβώς τους κάνουν, ούτε να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους.

Αλλά, στην περίπτωση της Μπρόνλουντ (που δεν είναι μοναδική), παρότι είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος, δεν εφαρμόστηκε. Μια ακόμα υπενθύμιση πως για τις γυναίκες γριλανδικής καταγωγής οι διακρίσεις δεν φαίνεται να τελειώνουν ποτέ, όπως καταγγέλλει η Ναγιανγκουάκ Χέλεγκουντ, αντιπρόεδρος της Sila 360, οργάνωσης που προασπίζεται τα δικαιώματα των αυτόχθονων λαών, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση «αποικιακό κατάλοιπο»: μια διαιώνιση του ρατσιστικού στερεότυπου ότι «οι Γριλανδοί δεν μπορούν να φροντίσουν τα παιδιά τους και αυτόματα κρίνονται ακατάλληλοι».

Μητέρα Τερέζα και Διάστημα

Η Μπρόνλουντ πρόσβαλε την απόφαση και εφετείο τη δικαίωσε επιστρέφοντάς της το παιδί της. Αυτό ακριβώς προσπαθούν να κάνουν πλέον πολλές Γριλανδές που ζουν στη Δανία και οι κοινωνικές υπηρεσίες τούς πήραν τα παιδιά τους γιατί τις έκριναν «ακατάλληλες» με βάση ένα FKU. Οπως η 38χρονη Κέιρα Αλεξάντρα Κρόνβολντ, που έζησε μόνο δύο ώρες με τη νεογέννητη κόρη της. Την υπέβαλαν σε αυτά τα τεστ το 2024 κατά την εγκυμοσύνη της και οι αρμόδιοι αποφάνθηκαν πως «δεν είχε επαρκείς γονικές δεξιότητες».

Η Κέιρα λέει πως την έβαλαν να παίξει με μια κούκλα και την επέκριναν επειδή δεν την κοιτούσε αρκετά στα μάτια. Ή τη ρωτούσαν πράγματα όπως «Ποια είναι η Μητέρα Τερέζα;» ή «Σε πόσο χρόνο φτάνουν στη Γη οι ακτίνες του Ηλιου;» κι όταν ρώτησε τι νόημα έχουν αυτά, η ψυχολόγος της απάντησε «Για να δούμε αν είσαι αρκετά πολιτισμένη».

«Μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο κόσμους, περήφανη για τη γριλανδική μου καταγωγή, αλλά συχνά παραγκωνισμένη από ένα σύστημα που μετρούσε την αξία μου μέσα από ένα πρίσμα που δεν αναγνώριζε τον πολιτισμό μας», έλεγε στην Guardian και ένα απόσπασμα από τον φάκελο της υπόθεσής της την επιβεβαιώνει τραγικά: «Το γριλανδικό της υπόβαθρο, όπου ακόμα και οι μικρές εκφράσεις του προσώπου έχουν επικοινωνιακή σημασία, θα τη δυσχεράνει να προετοιμάσει το παιδί για κοινωνικές προσδοκίες και κώδικες που είναι απαραίτητοι στη δανική κοινωνία».

H κυβέρνηση υποσχέθηκε πέρσι να επανεξετάσει κάπου 300 υποθέσεις όπου, στη βάση αυτών των τεστ, παιδιά γριλανδικής καταγωγής απομακρύνθηκαν από τους γονείς τους, ανάμεσά τους και της Κέιρα, αλλά έρευνα του BBC έδειξε πως μήνες μετά είχαν επαναξιολογήσει κάπου 10 και σε καμία από αυτές δεν αποφασίστηκε η επιστροφή των παιδιών στις πραγματικές τους οικογένειες.