Τα εκτεταμένα φαινόμενα νοθείας στο μέλι, τις μαζικές εισαγωγές χαμηλού κόστους αλλά και τους κινδύνους που ενδέχεται να επιτείνει η συμφωνία Mercosur φέρνει στην Κομισιόν με παρέμβασή του ο Αντιπρόεδρος της Αριστεράς στο ΕΚ (The Left) και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Κώστας Αρβανίτης.
Όπως επισημαίνει, μεγάλες ποσότητες φθηνού εισαγόμενου μελιού διακινούνται στην ενιαία αγορά, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των Ευρωπαίων παραγωγών. Παράλληλα, δειγματοληπτικοί έλεγχοι έχουν καταδείξει υψηλά ποσοστά παραπλανητικής επισήμανσης και αμφισβητούμενης γνησιότητας και ποιότητας, πλήττοντας τόσο την εμπιστοσύνη των καταναλωτών όσο και το εισόδημα των μελισσοκόμων.
Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί υποχρεούνται να τηρούν αυστηρά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων, ιχνηλασιμότητας, περιβαλλοντικής προστασίας και υγείας των μελισσών. Αντιθέτως, τα εισαγόμενα προϊόντα δεν φαίνεται να υπόκεινται σε ισοδύναμους και συστηματικούς ελέγχους, γεγονός που, πέραν του αθέμιτου ανταγωνισμού, εγείρει σοβαρά ζητήματα ποιοτικής ισοδυναμίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, καθώς προβλέπει περαιτέρω απελευθέρωση του εμπορίου χωρίς σαφείς και αποτελεσματικές ρήτρες διασφάλισης για ευαίσθητους αγροτικούς τομείς, όπως η μελισσοκομία.
Στην ερώτησή του, ο ευρωβουλευτής ζητά από την Επιτροπή να διευκρινίσει:
- Εάν προτίθεται να συστήσει και να χρηματοδοτήσει Ευρωπαϊκό Εργαστήριο Αναφοράς για το μέλι, με εναρμονισμένες και επιστημονικά αξιόπιστες μεθόδους ελέγχου της γνησιότητας.
- Ποια συγκεκριμένα μέτρα προτίθεται να λάβει για την ενίσχυση των συνοριακών και ενδοενωσιακών ελέγχων, ώστε να διασφαλιστεί η ποιοτική ισοδυναμία μεταξύ ευρωπαϊκού και εισαγόμενου μελιού.
- Εάν έχει εκπονηθεί ειδική μελέτη επιπτώσεων για τον τομέα της μελισσοκομίας στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur.
Η προστασία της ευρωπαϊκής μελισσοκομίας δεν είναι πολυτέλεια, ούτε αφορά αποκλειστικά έναν κλάδο της πρωτογενούς παραγωγής. Συνδέεται άμεσα με την έλλειψη αποτελεσματικής ευρωπαϊκής πολιτικής για τη διατροφική ασφάλεια, τη βιοποικιλότητα και τη βιωσιμότητα των αγροτικών περιοχών. Απαιτούνται άμεσα, στοχευμένα και διαφανή μέτρα για τη διασφάλιση της γνησιότητας του προϊόντος, της δίκαιης λειτουργίας της αγοράς και της επιβίωσης των Ευρωπαίων μελισσοκόμων.
