Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ατζέντα της ΕΕ  τον Ιανουάριο ανέδειξε μια λανθάνουσα αλλά μόνιμη σύγκρουση μεταξύ αρχών και πράξης, καθώς το εμπόριο, η γεωπολιτική, η μετανάστευση και η οικονομική διακυβέρνηση έθεσαν σε δοκιμασία  την αξιοπιστία και τη συνοχή της Ένωσης. Από τις συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα και τη δημοσιονομική πειθαρχία, έως τον αχαλίνωτο επεκτατισμό της κυβέρνησης Τραμπ έναντι της Γροιλανδίας και μια ευρωπαϊκή  μεταναστευτική στρατηγική που ορίζεται ολοένα και περισσότερο από την αποτροπή, ο μήνας αποκάλυψε μια ΕΕ υπό πίεση να δράσει αποφασιστικά, ενώ δυσκολεύεται να ευθυγραμμίσει τις αξίες της με τις επιλογές της. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία ΕΕ-Mercosur ξεχωρίζει ως καθοριστική: μια εμπορική συμφωνία που παρουσιάζεται ως στρατηγική και προσανατολισμένη στο μέλλον, αλλά ταυτόχρονα θέτει οξυμένα ερωτήματα για το πόσο σοβαρά είναι διατεθειμένη η ΕΕ να υπερασπιστεί τις δεσμεύσεις της για την κλιματική αλλαγή όταν αυτές συγκρούονται με οικονομικά συμφέροντα και γεωπολιτικές πιέσεις.

inter alia
inter alia

Συμφωνία ΕΕ-Mercosur: Μια εμπορική συμφωνία που δοκιμάζει την κλιματική αξιοπιστία της Ευρώπης

Θα θυμάστε τις εικόνες οργισμένων αγροτών να πλημμυρίζουν τους δρόμους των Βρυξελλών με πατάτες τον περασμένο μήνα. Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους και εκατοντάδες τρακτέρ απέκλεισαν τις οδικές αρτηρίες της «πρωτεύουσας» της ΕΕ. Ο λόγος; Μια καθοριστική στιγμή για το μέλλον της αμφιλεγόμενης συμφωνίας ΕΕ – Mercosur, οι διαπραγματεύσεις για την οποία διαρκούν ήδη πάνω από 20 χρόνια.

Αν και η απόφαση για την υπογραφή της συμφωνίας είχε αναβληθεί τον Δεκέμβριο, οι ηγέτες της ΕΕ κινήθηκαν γρήγορα. Στις 17 Ιανουαρίου υπογράφηκε η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης Ευρωπαϊκής Ένωσης–Mercosur. Η πολυαναμενόμενη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τη Mercosur, μια τελωνειακή ένωση της Νότιας Αμερικής που αποτελείται από την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, θέτει μια φιλόδοξη ατζέντα. Εφόσον κυρωθεί, τόσο η ΕΕ όσο και η Mercosur θα μειώσουν σταδιακά τους δασμούς εισαγωγής στο 91–92% των εξαγωγών σε διάστημα 15 ετών και θα αυξήσουν τις ποσοστώσεις εισαγωγών για διάφορα προϊόντα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει συνάψει τόσο η ΕΕ (449 εκατομμύρια κάτοικοι) όσο και η Mercosur (260 εκατομμύρια κάτοικοι), με βάση τον αριθμό των πολιτών που αφορά. Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι θα «ενισχύσει την ευρωπαϊκή οικονομία και τις παγκόσμιες συνεργασίες, προστατεύοντας παράλληλα τους αγρότες, τους καταναλωτές και τα περιβαλλοντικά πρότυπα της ΕΕ, μέσω της άρσης εμποδίων στο εμπόριο, της δημιουργίας θέσεων εργασίας και επιχειρηματικών ευκαιριών, καθώς και της διασφάλισης ισχυρών εγγυήσεων για τους κανόνες της ΕΕ και τον θεμιτό ανταγωνισμό».

Μετά από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων, η συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής αναταραχής, που χαρακτηρίζεται από  τη μεταβολή  των παγκόσμιων εμπορικών και γεωπολιτικών δυναμικών. Ειδικότερα, η ολοένα και πιο επιθετική εμπορική και εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει επείγοντα χαρακτήρα στην προσπάθεια της ΕΕ να διαφοροποιήσει τις συνεργασίες της, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ και την Κίνα, είτε μέσω της Mercosur είτε μέσω της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-Ινδίας, που επίσης υπογράφηκε αυτό τον μήνα. Πράγματι, τα προβλεπόμενα οικονομικά οφέλη από τη συμφωνία παραμένουν περιορισμένα (περίπου 0,1% αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ και έως 0,7% για τις οικονομίες της Mercosur μέχρι το 2040), όμως η ευρύτερη σημασία της έγκειται σε όσα αποκαλύπτει για τη στάση της ΕΕ απέναντι στην κλιματική δράση, το ελεύθερο εμπόριο και τη στρατηγική αυτονομία σε έναν ολοένα και πιο ανταγωνιστικό κόσμο.

Ωστόσο, η συμφωνία αντιμετωπίζει σφοδρές αντιδράσεις. Εντός της ΕΕ, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Πολωνία έχουν εκφράσει τη μεγαλύτερη αντίθεση, ενώ η Γερμανία, η Ισπανία και οι σκανδιναβικές χώρες έχουν δείξει ισχυρή στήριξη. Οι Ευρωπαίοι αγρότες φοβούνται τον ανταγωνισμό από τις αγροτικές υπερδυνάμεις της Νότιας Αμερικής. Οι βιομηχανικοί κλάδοι της Mercosur, από την άλλη, ανησυχούν για τα ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα και τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης. Ακόμα, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να επιταχύνει την αποψίλωση των δασών και να υπονομεύσει την κλιματική πολιτική.

Στον πυρήνα της, η διαμάχη αναδεικνύει το πόσο δύσκολο είναι να ευθυγραμμιστεί η εμπορική πολιτική με τους κλιματικούς στόχους. Η απελευθέρωση του εμπορίου συχνά προβάλλεται ως μοχλός ανάπτυξης και ευημερίας, πιθανόν όμως να αντιστρατεύεται τους στόχους της βιωσιμότητας. Αντίστροφα, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες μπορεί να εργαλειοποιηθούν, υπηρετώντας συγκεκριμένες  οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις.

Για την αντιμετώπιση αυτών των εντάσεων, η συμφωνία περιλαμβάνει διατάξεις για τα εργασιακά  και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βιοποικιλότητα, την περιβαλλοντική προστασία και την προσήλωση στη Συμφωνία του Παρισιού του 2015 ως «ουσιώδες στοιχείο», καθιστώντας νομικά δεσμευτικές μια σειρά από δεσμεύσεις που προηγουμένως ήταν εθελοντικές. Ωστόσο, η επιβολή βασίζεται κυρίως στον διάλογο και όχι σε αυτόματες κυρώσεις σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Η ίδια λογική διέπει και τον νέο «μηχανισμό επανεξισορρόπησης» της συμφωνίας, ο οποίος επιτρέπει στις χώρες της Mercosur να αναστέλλουν παραχωρήσεις, εάν μελλοντικοί, απρόβλεπτοι κανονισμοί της ΕΕ αναιρούν ουσιαστικά την υποσχόμενη πρόσβαση στην αγορά. Οι επικριτές φοβούνται ότι ο μηχανισμός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αμφισβήτηση μελλοντικών μέτρων βιωσιμότητας της ΕΕ, ενώ οι χώρες της Mercosur τον θεωρούν δικλείδα ασφαλείας έναντι μονομερών ενεργειών της ΕΕ, όπως ο Κανονισμός για την Αποψίλωση των Δασών.

Για πολλούς, αυτές οι δικλείδες ασφαλείας δεν επαρκούν. Προοδευτικοί νομικοί προειδοποιούν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, να επιταχύνει την αποψίλωση των δασών και να επιδεινώσει τη χημική ρύπανση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. «Πώς μπορείς να στοχεύεις στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% και να υπογράφεις τη συμφωνία Mercosur; Είναι εντελώς υποκριτικό», δήλωσε η Μανόν Ομπρί, συμπρόεδρος της ομάδας της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Νομική ανάλυση του Climate Action Network Europe συμμερίζεται αυτή την ανησυχία, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τις υφιστάμενες κλιματικές δεσμεύσεις της ΕΕ και να περιορίσει μελλοντικές πράσινες πολιτικές, επεκτείνοντας το εμπόριο αγαθών υψηλής έντασης εκπομπών.

Παρότι η συμφωνία έχει γίνει δεκτή καταρχήν, δεν έχει ακόμη κυρωθεί. Στις 21 Ιανουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε οριακά (334-324) να ζητήσει από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί εάν η συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί προσωρινά πριν από την πλήρη κύρωσή της και εάν περιορίζει την ικανότητα της ΕΕ να ρυθμίζει ζητήματα περιβάλλοντος και υγείας των καταναλωτών. Η κίνηση αυτή ενδέχεται να  καθυστερήσει την εφαρμογή έως και δύο χρόνια.

Προς το παρόν, η συμφωνία ΕΕ-Mercosur, είτε προχωρήσει είτε παγώσει,  έχει αναδείξει ένα θεμελιώδες ερώτημα για την Ευρώπη: Μέχρι ποιο σημείο προτίθεται η Ένωση  να υπερασπιστεί τις κλιματικές της δεσμεύσεις και πόσο πρόθυμη είναι να τις εφαρμόσει στην πράξη, όταν συγκρούονται με εμπορικές ευκαιρίες και γεωπολιτικά συμφέροντα;

Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη | Ιανουάριος 2026

Αποφάσεις της ΕΕ τον Ιανουάριο: μεγάλες ατζέντες, επίμονα ερωτήματα

Στα τέλη Ιανουαρίου, οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες για το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων (ECOFIN), υπό την προεδρία της Κύπρου. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν οι  προτεραιότητες για την οικονομική διακυβέρνηση της Ένωσης και οι δημοσιονομικές προοπτικές, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων της ζώνης του ευρώ και συστάσεων για το 2026, με κεντρικό σημείο το πώς πρέπει να ανταποκριθεί η ΕΕ στις εξωτερικές οικονομικές πιέσεις, ανάμεσα στις οποίες και οι απειλές από τις πολιτικές δασμών των ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, το ECOFIN επιδίωξε να καταλήξει σε μια κεντρική γραμμή σχετικά με τη στάση της ΕΕ και τα πιθανά αντίμετρα, αναδεικνύοντας την επιθυμία για στρατηγική οικονομική ενότητα, αλλά και αποκαλύπτοντας αβεβαιότητες ως προς τις συγκεκριμένες απαντήσεις. Το Συμβούλιο προχώρησε επίσης σε μια σημαντική ενέργεια, κινώντας διαδικασία περί  υπερβολικού ελλείμματος για τη Φινλανδία, υπογραμμίζοντας τη συνεχιζόμενη αυστηρή εποπτεία των δημοσιονομικών κανόνων, παρότι πολλά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν οικονομικές αντιξοότητες. Οι υπουργοί τόνισαν την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ και της οικονομικής ανθεκτικότητας, ωστόσο επικριτές υποστηρίζουν ότι, χωρίς ουσιαστικότερα μέτρα για την απασχόληση και το κόστος ζωής, που θα λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τη νεολαία, τέτοιες συζητήσεις κινδυνεύουν να ακούγονται στεγνά τεχνοκρατικές αντί να αντιμετωπίζουν τις καθημερινές οικονομικές πιέσεις που βιώνουν έντονα οι νέοι και οι νέες. Οι συνεδριάσεις αυτές είναι κρίσιμες, καθώς ο πληθωρισμός, το ενεργειακό κόστος και η ανταγωνιστικότητα παραμένουν πιεστικά ζητήματα σε όλα τα κράτη-μέλη. Ταυτόχρονα, εντείνεται η κριτική ότι οι συζητήσεις υψηλού επιπέδου συχνά δεν είναι προσανατολισμένες στη νεολαία, και στερούνται αποτελεσματικότητας σε  επείγοντα σοβαρά ζητήματα όπως οι  προσιτές συνθήκες διαβίωσης ή πολιτικές απασχόλησης με προοπτική στο μέλλον. Για τους νέους Ευρωπαίους που παρακολουθούν το ζήτημα έξω από τη «φούσκα» των Βρυξελλών, το ερώτημα παραμένει κατά πόσο αυτές οι τακτικές υπουργικές σύνοδοι θα μεταφραστούν σε απτή στήριξη για τις οικονομικές πραγματικότητες που αντιμετωπίζουν καθημερινά. 

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ πραγματοποίησαν άτυπη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με επίκεντρο τις διατλαντικές σχέσεις και τη γεωπολιτική σταθερότητα εν μέσω συνεχιζόμενων παγκόσμιων εντάσεων. Τις συζητήσεις απασχόλησαν οι συνεχιζόμενες εντάσεις και η απρόβλεπτη τροπή των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό το φως ιδίως των πρόσφατων διπλωματικών τριβών που, σύμφωνα με ορισμένους, ανατρέπουν επικίνδυνα  το τοπίο και αποδυναμώνουν τις παραδοσιακές συμμαχίες. Οι ηγέτες επαναβεβαίωσαν τη στήριξή τους στη Δανία και την κυριαρχία της Γροιλανδίας, ενώ υπογράμμισαν τη σημασία μιας ενιαίας θέσης της ΕΕ για την παγκόσμια ασφάλεια, ιδίως σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, αξιωματούχοι, όπως η επικεφαλής της ΕΕ για τις εξωτερικές σχέσεις Κάγια Κάλας, επισήμαναν ότι το διεθνές τοπίο παραμένει ασταθές και απρόβλεπτο. Οι ηγέτες επανέλαβαν τη δέσμευσή τους στην αλληλεγγύη για τη συλλογική άμυνα και τη διπλωματική ενότητα, ωστόσο φωνές από την κοινωνία των πολιτών εκφράζουν αμφιβολίες και κριτική. Επισημαίνουν ότι τα άτυπα αυτά πλαίσια, παρότι  είναι χρήσιμα για μια ειλικρινή  ανταλλαγή απόψεων, πολύ συχνά λειτουργούν περισσότερο ως φερέφωνα των πολιτικές ελίτ, παρά ως φόρουμ ουσιαστικής και διαφανούς λήψης αποφάσεων για μεγάλα ζητήματα όπως η χρηματοδότηση για το κλίμα, η μετανάστευση ή η ανεργία των νέων. Τέτοιες συναντήσεις υπογραμμίζουν την πρόθεση της ΕΕ να παραμείνει ενωμένη, ωστόσο η απουσία συγκεκριμένων αποτελεσμάτων ενδέχεται να  δημιουργήσει σε πολλούς πολίτες, ιδίως τα νεότερα άτομα, ένα αίσθημα αποξένωσης από διαδικασίες που επηρεάζουν το μέλλον τους.

Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη | Ιανουάριος 2026

Η ΕΕ αντιδρά στις αλαζονικέ πιέσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία

Ο Ιανουάριος έφερε πολλαπλές εξελίξεις στο τρίγωνο ΗΠΑ – ΕΕ – Γροιλανδίας. Η Γροιλανδία, η Δανία και η ΕΕ τόνισαν ότι μια  αμερικανική απόπειρα «ελέγχου» της Γροιλανδίας θα ήταν απαράδεκτη, καθώς η εθνική κυριαρχία αποτελεί «κόκκινη γραμμή». Η συμβολική ανάπτυξη μικρού αριθμού Ευρωπαίων στρατιωτών του ΝΑΤΟ στη Γροιλανδία πυροδότησε συζητήσεις για τη συλλογική ασφάλεια, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα που σχετίζονται με το κατά πόσο η Ευρώπη είναι ικανή να υπερασπιστεί αυτόνομα τα στρατηγικά της συμφέροντα.

Στις 17 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απείλησε με νέους δασμούς κατά της Δανίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, των Κάτω Χωρών και της Φινλανδίας (όλων  τους συμμάχων των ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ), εάν παρεμποδίσουν τις αμερικανικές επιδιώξεις στη Γροιλανδία. Η ΕΕ αντέδρασε αποφασιστικά, με τους ηγέτες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να καταδικάζουν τις απειλές αυτές για δασμούς ως εκβιασμό. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι δεν θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία. Σε μια μακροσκελή ομιλία, διάσπαρτη με προσβολές προς άλλους ηγέτες και ρατσιστικές απόψεις, χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα για να «υπενθυμίσει» στο ακροατήριο τη δύναμή του:

«Πιθανότατα δεν θα καταφέρουμε τίποτα, εκτός αν αποφασίσω να χρησιμοποιήσω υπερβολικά μεγάλη δύναμη και βία, οπότε, ειλικρινά,  δεν θα είχαμε σταματημό.  Αλλά δεν θα το κάνω αυτό, εντάξει;»

Αργότερα την ίδια ημέρα, ο Τραμπ συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, και ανακοίνωσε στο Truth Social ότι είχε συμφωνηθεί ένα «πλαίσιο μιας μελλοντικής συμφωνίας» μετά από μια «πολύ παραγωγική» συνάντηση, προσθέτοντας ότι δεν θα επιβάλει τους δασμούς, όπως  είχε απειλήσει προηγουμένως. Οι δηλώσεις για το πλαίσιο  αυτό έγιναν χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, ωστόσο κυκλοφόρησαν φήμες για έναν συμβιβασμό βάσει του οποίου οι ΗΠΑ θα αποκτούσαν κυριαρχία σε μικρές περιοχές της Γροιλανδίας. Ο Σάσα Φάξε, μέλος του δανικού Κοινοβουλίου, ξεκαθάρισε ότι καμία τέτοια συμφωνία δεν είχε συναφθεί:

«Η Γροιλανδία δεν πωλείται […]. Άρα, δεν πρόκειται για πραγματικές διαπραγματεύσεις, αλλά απλώς για μια συζήτηση μεταξύ  δύο ανθρώπων».

Παρόμοια άποψη εξέφρασε και η Άαγια Κέμνιτς Λάρσεν, Γροιλανδή βουλεύτρια στο δανικό Κοινοβούλιο, η οποία υπογράμμισε ότι, παρά τους ισχυρισμούς του Τραμπ, η στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ δεν έχει καμία εντολή να διαπραγματεύεται εκ μέρους της Γροιλανδίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Τίποτα για εμάς, χωρίς εμάς».

Παρότι οι αλαζονικοί ισχυρισμοί και οι απειλές  Τραμπ τελικά κατέρρευσαν από μόνοι τους, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι το ακρωνύμιο TACO (Trump Always Chickens Out) είναι όχι μόνο ευρηματικό αλλά και ακριβές, είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην προοπτική των σχέσεων ΕΕ-ΗΠΑ. Οι εργασίες για τις νομοθετικές προτάσεις του Turnberry, δηλαδή τη συμφωνία εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών, που βρίσκονταν σε εξέλιξη από τον Ιούλιο του 2025, ανεστάλησαν.

Ωστόσο οι ρωγμές στη σχέση δεν σταματούν εκεί. Σε απάντηση στις απειλές του Τραμπ, στους κόλπους της ΕΕ διατυπώθηκαν προτάσεις για την ενεργοποίηση του λεγόμενου «εμπορικού μπαζούκας», του Μηχανισμού Αντι-Εξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument – ACI) της ΕΕ. Το ACI θα επέτρεπε στην ΕΕ να προβεί σε αντίποινα (επιβολή δασμών, εμπορικών περιορισμών και περιορισμών πρόσβασης στην αγορά) κατά των ΗΠΑ, εάν αυτές επιχειρούσαν να ασκήσουν οικονομική πίεση. Στο πλαίσιο αυτό, συζητιέται, ως προκαταρκτικό μέτρο, η επιβολή  δασμών  σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 93 δισ. ευρώ 

Η πλήρης ενεργοποίηση του ACI, ωστόσο, απαιτεί τη συμφωνία τουλάχιστον 15 κρατών-μελών. Ορισμένα παραμένουν αναποφάσιστα, όπως η Ιταλία και η Πολωνία, ενώ άλλα, μεταξύ των οποίων η Τσεχία, η Σλοβακία και η Σουηδία, εξέφρασαν επιφυλάξεις για τόσο ισχυρά μέτρα. Παρ’ όλα αυτά, η ιδέα κερδίζει έδαφος, με ισχυρή στήριξη από τη Γαλλία, τη Γερμανία, καθώς  και ορισμένες χώρες που στοχοποιήθηκαν από τις απειλές δασμών του Τραμπ. Πολλά  εξαρτώνται από τον ίδιο τον Τραμπ, ωστόσο η Ευρώπη έχει καταστήσει σαφές ότι διαθέτει και η ίδια οικονομική ισχύ, την οποία είναι έτοιμη να τη χρησιμοποιήσει για την υπεράσπιση των συμφερόντων της.

Είναι βέβαιο ότι η ηγεσία της ΕΕ εκτιμά πως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί αξιόπιστο εταίρο, ενώ πολλές  έρευνες και δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες συμφωνούν. Δικαίως: ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αθετήσει υποσχέσεις, έχει διαστρεβλώσει γεγονότα για να εξυπηρετήσει την ατζέντα του και έχει αγνοήσει αλαζονικά όχι μόνο την αμερικανική νομοθεσία αλλά και τους διεθνείς κανόνες δικαίου. Οι ενέργειές του, συχνά σε αντίθεση με προηγούμενες δεσμεύσεις του, ενισχύουν στην Ευρώπη  την πεποίθηση ότι όχι μόνο ότι είναι αφερέγγυος σύμμαχος, αλλά και ότι αμφισβητεί επικίνδυνα  κοινές αξίες, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αξιοπρέπεια και η διεθνής συνεργασία.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΕ  είναι αναγκασμένοι, εκ των πραγμάτων, να αναζητήσουν νέες στρατηγικές και να διευρύνουν τις συνεργασίες τους πέρα από τους παραδοσιακούς συμμάχους. Όπως τόνισε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, σε μια αποφασιστική ομιλία του στο Νταβός που προξένησε αίσθηση:

«Όταν διαπραγματευόμαστε μόνο διμερώς με έναν ηγεμόνα, διαπραγματευόμαστε από θέση αδυναμίας. Αποδεχόμαστε ό,τι μας προσφέρεται. Ανταγωνιζόμαστε μεταξύ μας για το ποιος θα είναι ο πιο διαλλακτικός. […] Αυτό δεν είναι κυριαρχία. Είναι η επίδειξη κυριαρχίας,  ενώ εμείς αποδεχόμαστε την υποταγή».

Η  ΕΕ βρίσκεται, ξανά, μπροστά σε μια καθοριστική επιλογή: Θα σταθεί πιστή  στις αρχές και τους πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε ή θα υποχωρήσει για ακόμη μία φορά, λαμβάνοντας αποφάσεις προς το συμφέρον ξένων δυνάμεων και κεφαλαίων αντί για το συμφέρον των ίδιων των πολιτών της;

Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη | Ιανουάριος 2026

Τι αποκαλύπτει ο Ιανουάριος για τις προοπτικές της μεταναστευτικής πολιτικής το 2026

Ο Ιανουάριος προσέφερε ένα αποκαλυπτικό στιγμιότυπο της πορείας της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς δικαστικές αποφάσεις, εθνικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και εξωτερική διπλωματία συνέκλιναν γύρω από μια γνωστή αντίθεση: ανθρωπιστικές αρχές στα χαρτιά, αποτρεπτικές πρακτικές στην πράξη. Στα μέσα του μήνα, το Εφετείο Λέσβου αθώωσε 24 ακτιβιστές και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί σε κακουργηματικό βαθμό (για αδικήματα όπως «εμπορία μεταναστών») για τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, την περίοδο 2016–2021.  Κλείνει έτσι  μια ζοφερή ιστορία δικαστικής δίωξης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  την είχε χαρακτηρίσει ως τη μεγαλύτερη υπόθεση ποινικοποίησης της αλληλεγγύης στην ΕΕ), που κράτησε εφτά χρόνια. Η κατηγορούμενη, ακτιβίστρια και πρώην προσφύγισσα και αθλήτρια Σάρα Μαρντίνι (η διάσωση της οποίας και της αδελφής της έχει εμπνεύσει μια επιτυχημένη ταινία στο Netflix), χαιρέτισε την απόφαση, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι «η διάσωση δεν είναι έγκλημα». Πολλοί παρατηρητές σημείωσαν ότι η αθώωση, παρά τη σημασία της, δεν αρκεί για να αναστρέψει τη γενικότερη τάση της  χρήσης παρατεταμένων διώξεων ως εργαλείου εκφοβισμού και δυσφήμισης όσων αναπτύσσουν δράσεις διάσωσης και αλληλεγγύης προσφύγων και μεταναστών, ιδίως στα σύνορα της Ευρώπης.

Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από παράλληλες εξελίξεις στην Ελλάδα, όπου οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών καταδίκασαν από κοινού τις   τροποποιήσεις που προτείνει η κυβέρνηση στα άρθρα 24 και 25 του Κώδικα Μετανάστευσης. Οι αλλαγές αναβαθμίζουν ορισμένα πλημμελήματα που σχετίζονται με τη μετανάστευση σε κακουργήματα, με ποινές φυλάκισης έως και δέκα έτη και υψηλά πρόστιμα. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι, παρότι οι ελληνικές αρχές παρουσιάζουν τις μεταρρυθμίσεις ως αναγκαίες για τη διαχείριση της μετανάστευσης,  αυτές  στην πραγματικότητα θα περιορίσουν  επικίνδυνα, ακόμα πιο πολύ, τον χώρο για ανθρωπιστική δράση, ποινικοποιώντας  πράξεις παροχής βοήθειας. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αναδεικνύουν ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των νομικών εγγυήσεων για τους ανθρωπιστικούς φορείς και της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουν στο πεδίο.

Πέρα από τα σύνορά της, η ΕΕ συνέχισε να δίνει προτεραιότητα στις εξωτερικές συνεργασίες ως βασικό πυλώνα της μεταναστευτικής της πολιτικής. Οι επισκέψεις, στις αρχές Ιανουαρίου, της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στην Ιορδανία, τη Συρία και τον Λίβανο υπογράμμισαν την έμφαση που δίνει η Ένωση  στην αποτροπή περαιτέρω μετακινήσεων, μέσω χρηματοδοτικής στήριξης και πολιτικής εμπλοκής. Με περισσότερα από 4 δισ. ευρώ να έχουν διατεθεί μόνο για τη στήριξη της Ιορδανίας από την έναρξη του πολέμου στη Συρία, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην αποτροπή ενδεχόμενων νέων κυμάτων εκτοπισμένων από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, καθώς και στην εθελοντική επιστροφή Σύρων προσφύγων που βρίσκονται σήμερα στην ΕΕ. Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΕ επεκτείνει τη μεταναστευτική της συνεργασία με την Ανατολική Λιβύη, με την  προοπτική  για παράδοση και εγκατάσταση τεχνολογιών ραντάρ και επιτήρησης. Μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 2012, η οποία απαγορεύει τις επαναπροωθήσεις προς τη Λιβύη, η Ιταλία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζουν να συνεργάζονται σε παρασκηνιακές πολιτικές συντονισμού θαλάσσιων επιχειρήσεων διάσωσης στη Λιβύη που υποστηρίζουν τις λεγόμενες «επιστροφές διά της έλξης» (pullbacks).

Καθώς ο σχεδιασμός για το 2026 επιταχύνεται, τα μηνύματα του Ιανουαρίου δείχνουν μια Ένωση  που ασχολείται πολύ περισσότερο  με την προσπάθεια  να κρατά τους ανθρώπους μακριά από αυτήν,  παρά  να προστατεύει όσους φτάνουν. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η ΕΕ γνωρίζει τι κάνει στο μεταναστευτικό, αλλά αν είναι διατεθειμένη να αναλάβει το ανθρώπινο κόστος της στρατηγικής που σταθερά εδραιώνει.

Υπεύθυνος προγράμματος: Νίκος Παπακώστας

Υπεύθυνη σύνταξης: Ιωάννα Βοττέα

Συντακτική Ομάδα: Polona Hazl, Emma Oflaherty, Christina Calbos, Ιωάννα Βοττέα

Επιμέλεια κειμένου: Στρατής Μπουρνάζος

Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη | Ιανουάριος 2026

Παρακολουθήστε τα τελευταία επεισόδιά μας στο YouTube και βρείτε περισσότερο περιεχόμενο σε Instagram, TikTok και Spotify!

Inter Alia σημαίνει «μεταξύ άλλων» στα λατινικά. Βασισμένη στη φιλοσοφία της συνεργασίας και της αμοιβαιότητας, η Inter Alia εργάζεται για την προώθηση της πολιτικής εκπαίδευσης, του κοινωνικού μετασχηματισμού και της συλλογικής δράσης. Εκφράζει την πρόθεση να στεκόμαστε πρόθυμα και με χαρά μεταξύ άλλων, να συν-δημιουργούμε, να κάνουμε παραχωρήσεις και να προωθούμε την κοινή πρόοδο και τη συλλογική νοημοσύνη.