ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ José Ramón Pérez*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ισπανία δεν αισθάνεται μόνη στην πολιτική της «παράλυση» το τελευταίο διάστημα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται σε ένα στάδιο εύθραυστων κυβερνήσεων και ασταθών πλειοψηφιών. Σε 15 από τα 27 κράτη-μέλη, το κόμμα που ηγείται της εκτελεστικής εξουσίας βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στον αγώνα για την επανεκλογή.

Κάθε νέα εκλογική αναμέτρηση επιβεβαιώνει την αποδυνάμωση των κυβερνητικών κομμάτων. Στα 13 κράτη που έχουν διεξαγάγει κοινοβουλευτικές εκλογές από το 2024, το κόμμα που ηγείται της κυβέρνησης έχει επιδεινώσει τα αποτελέσματά του. Αυτό συνέβη, μεταξύ άλλων, στη Γερμανία, την Τσεχία και τις Κάτω Χώρες. Η μόνη εξαίρεση ήταν οι εκλογές στην Πορτογαλία τον περασμένο Μάιο, σε ένα πλαίσιο πολιτικού αδιεξόδου και κόπωσης από την προηγούμενη μακρά περίοδο του σοσιαλιστικού κόμματος.

Τα λαϊκά κόμματα

Η πλειονότητα των κυβερνήσεων της Ε.Ε. κλίνει σήμερα προς την Κεντροδεξιά, η οποία κυβερνά σε 11 χώρες. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι φιλελεύθεροι ηγούνται πέντε κυβερνήσεων και η Ακροδεξιά, τεσσάρων. Ωστόσο, σε ένα μεγάλο τμήμα της Ευρώπης, οι κυβερνώντες σχηματισμοί δεν θα άντεχαν σε μια νέα δοκιμασία από το εκλογικό σώμα.

Σύμφωνα με τον μέσο όρο των δημοσκοπήσεων του Politico, η Ακροδεξιά θα κέρδιζε σήμερα τις εκλογές σε τουλάχιστον πέντε χώρες όπου βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Το AfD θα επικρατούσε στη Γερμανία, η Εθνική Συμμαχία της Λεπέν θα έκανε το ίδιο στη Γαλλία και το Κόμμα της Ελευθερίας θα επαναλάμβανε τη νίκη του στην Αυστρία. Η νίκη θα πήγαινε επίσης προς την πλευρά αυτών των κομμάτων στη Ρουμανία και τη Λετονία.

Τα λαϊκά ευρωπαϊκά κόμματα θα ξεπερνούσαν το κόμμα που ηγείται της κυβέρνησης σε τέσσερις χώρες. Το Λαϊκό Κόμμα (PP) θα ήταν το κόμμα με τις περισσότερες ψήφους στην Ισπανία, με δύο πόντους διαφορά από τους σοσιαλιστές (PSOE), ενώ στην Ουγγαρία, ο δεξιός Πέτερ Μάγκιαρ ξεκινά με πλεονέκτημα για να διώξει από την εξουσία τον Βίκτορ Ορμπαν.

Η Σλοβενία και η Εσθονία θα πήγαιναν επίσης προς την πλευρά της πολιτικής οικογένειας της οποίας ηγείται ο Μάνφρεντ Βέμπερ. Στον αντίποδα, οι σοσιαλδημοκράτες θα είχαν συντριπτικές νίκες στη Φινλανδία και τη Σουηδία, ενώ η ριζοσπαστική Αριστερά του Sinn Féin και του ΑΚΕΛ θα κέρδιζε στην Ιρλανδία και την Κύπρο.

Ωστόσο, η κατάσταση δεν σταματά στις κακές εκλογικές προοπτικές. Σε εννέα χώρες, η κυβερνητική συμμαχία δεν έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και εξαρτάται από εξωτερική υποστήριξη στο νομοθετικό σώμα. Η κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία είναι μία από τις πιο αδύναμες, με 41,7% των εδρών στη Βουλή Αντιπροσώπων, αλλά πιο αδύναμες ακόμα είναι αυτές της Κύπρου, της Πορτογαλίας και της Γαλλίας.

Η Γαλλία πέρασε από δώδεκα διαφορετικές κυβερνήσεις σε μόλις μία δεκαετία, όπως και η Βουλγαρία, και μία λιγότερη από τη Ρουμανία. Την ίδια περίοδο, το Λουξεμβούργο και η Ουγγαρία πέρασαν από τρεις. Σήμερα απομένουν στην Ε.Ε. μόνο δύο μονοκομματικές κυβερνήσεις με απόλυτη πλειοψηφία: η Ελλάδα, λόγω του εκλογικού της νόμου που επιβραβεύει το κόμμα-νικητή με επιπλέον 50 έδρες, και η Μάλτα, ισχυρό προπύργιο του δικομματισμού.

Οι συμμαχίες

Πίσω από την αστάθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων υπάρχουν κάποιοι ειδικοί εσωτερικοί παράγοντες αλλά και κάποιοι κοινοί. Από τους κοινούς ξεχωρίζει η δυσπιστία πολλών ψηφοφόρων απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον. Σύμφωνα με μια έρευνα του Pew Research Center, τρεις στους τέσσερις Ισπανούς πιστεύουν ότι το πολιτικό σύστημα χρειάζεται αλλαγές, αλλά το 55% θεωρεί αδύνατο να πραγματοποιηθούν.

«Οι κεντροαριστερές ή κεντροδεξιές συμμαχίες διαχειρίζονται την καθημερινότητα, αλλά η Ακροδεξιά έχει καταφέρει να παρουσιαστεί ως η μόνη επιλογή ικανή να μεταμορφώσει την πραγματικότητα, ενθουσιάζοντας μέρος του πληθυσμού, παρ’ όλο που οι λύσεις της είναι απλοϊκές», εξηγεί ο Χαβιέρ Μαρτίνεθ-Καντό, πολιτικός επιστήμονας στο Ινστιτούτο Δημόσιων Αγαθών και Πολιτικών (IPP-CSIC).

Το αποτέλεσμα είναι η επέκταση των πολιτικών επιλογών για ένα εκλογικό σώμα που είναι λιγότερο πιστό στο κόμμα που ψήφιζε πάντα, με αποτέλεσμα τα Κοινοβούλια να είναι πιο κατακερματισμένα και να υπάρχουν σημαντικές μειοψηφίες που επηρεάζουν τη διακυβέρνηση. «Η Ακροδεξιά μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημοκρατία αν φτάσει στην εξουσία, αλλά βγαίνει ενισχυμένη αν αποκλειστεί γιατί θυματοποιείται και τροφοδοτεί την απογοήτευση των ψηφοφόρων της, οι οποίοι θεωρούν ότι δεν έχουν φωνή», επισημαίνει ο Μαρτίνεθ-Καντό.

Η διάδοση ακραίων αφηγήσεων στα κοινωνικά δίκτυα δημιουργεί μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης. «Στην κοινωνία της αμεσότητας, οι πολίτες απαιτούν γρήγορες απαντήσεις στις ταχείες αλλαγές, ενώ η δημοκρατία απαιτεί χρόνο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ισχυροί και αυταρχικοί ηγέτες κερδίζουν τη συμπάθεια με την υπόσχεση ότι μπορούν να λύσουν τα προβλήματα γρήγορα», λέει ο Στίβεν Φόρτι, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης.

Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες γίνονται όλο και πιο αντιδημοφιλείς. Μόλις το 13% των Γάλλων και το 24% των Γερμανών υποστηρίζουν τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Φρίντριχ Μερτς, αντίστοιχα, σύμφωνα με την παρακολούθηση των παγκόσμιων ηγετών του Οκτωβρίου από τη Morning Consult. Ο Σάντσεθ βρίσκεται στο 35%.

Η αμφισβήτηση

Απέχει από τον Μόντι στην Ινδία (72%), τη Σέινμπαουμ στο Μεξικό (52%) και τον Λούλα στη Βραζιλία (41%). Ξεχωρίζουν μόνο η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Πολωνός Ντόναλντ Τουσκ, με περίπου 40% υποστήριξη για τη διακυβέρνησή τους στις χώρες τους.

Το κλίμα αμφισβήτησης επεκτείνεται και στις Βρυξέλλες, όπως αποδεικνύουν οι σκληρές κριτικές για τη φθίνουσα σημασία που έχουν ως γεωπολιτικός παράγοντας, η οποία αποτυπώνεται στην εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ ή στη διαχείριση του πολέμου στη Γάζα.

Παρά το γεγονός ότι έχει ξεπεράσει τρεις προτάσεις μομφής το 2025, έξι στους δέκα ερωτηθέντες στις πέντε μεγαλύτερες χώρες της Ε.Ε. είναι υπέρ της παραίτησης της προέδρου της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση Eurobazooka του Σεπτεμβρίου.

Οι ασταθείς, οι σταθεροί και το φαινόμενο της Ελλάδας

Στη Γαλλία και στη Βουλγαρία οι κυβερνήσεις είναι εντελώς εύθραυστες ● Η Ιταλία, αντίθετα, έχει μετατραπεί σε υπόδειγμα σταθερότητας με τη Μελόνι να κυριαρχεί χωρίς αντίπαλο ● Η Ελλάδα έχει αυτοδύναμη κυβέρνηση από το 2019, ωστόσο τα ποσοστά της Ν.Δ. έχουν υποστεί καθίζηση ● Η άνοδος της Ακροδεξιάς σε ολόκληρη την ήπειρο αυξάνει τη ζήτηση για ισχυρούς ηγέτες που προσφέρουν γρήγορες λύσεις

Γαλλία

Βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο από τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές πριν από ενάμιση χρόνο, οι οποίες χώρισαν την Εθνοσυνέλευση σε τρία μέτωπα που μέχρι σήμερα είναι ασυμβίβαστα. Το θεσμικό αδιέξοδο και η διαδοχή πρωθυπουργών –η Γαλλία είχε τρεις σε διάστημα 14 μηνών– το μόνο που κατάφεραν ήταν να τροφοδοτήσουν τη δυσπιστία και την απογοήτευση των πολιτών.

Σύμφωνα με το τελευταίο βαρόμετρο του CEVIPOF, μόνο το 26% των Γάλλων δηλώνει ότι εμπιστεύεται την πολιτική. Το 71% θεωρεί ότι η δημοκρατία υπολειτουργεί και το 73% βλέπει θετικά την άφιξη ενός «ισχυρού ηγέτη» που θα επιβάλει την τάξη. Η φθορά είναι βαθιά και επηρεάζει όλους τους τομείς. Η τρέχουσα κρίση έχει επίσης φέρει στο φως και πιο σοβαρές θεσμικές δυσλειτουργίες. Η ικανότητα του προέδρου να καθορίζει την ατζέντα, σε συνδυασμό με τη διαίρεση του Κοινοβουλίου και τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, επιτρέπει στον Μακρόν να παραμένει στην εξουσία ακόμη και με ελάχιστα επίπεδα δημοτικότητας.

Ωστόσο, η αδυναμία του δεν έχει ακόμη δημιουργήσει μια εναλλακτική λύση ικανή να σχηματίσει μια σταθερή πλειοψηφία. Ως εκ τούτου, το εκλογικό σώμα ταλαντεύεται μεταξύ της ψήφου διαμαρτυρίας και της αποχής, χωρίς να μεταφέρει την εξουσία σε νέες πολιτικές δυνάμεις, γεγονός που διαιωνίζει την παράλυση.

boiko borisov

Βουλγαρία

Η Βουλγαρία βιώνει επίσης τέσσερα χρόνια βαθιάς πολιτικής αστάθειας, που ξέσπασε με την αποχώρηση από την εξουσία του πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσοφ και του κόμματός του GERB, ύστερα από πάνω από μια δεκαετία στην κυβέρνηση. Η πτώση του ήταν αποτέλεσμα μαζικών διαδηλώσεων των πολιτών κατά της διαφθοράς και της υποβάθμισης του δικαστικού συστήματος, που οδήγησαν στη δημιουργία μιας τετρακομματικής συμμαχίας έτοιμης να τον απομακρύνει από την εξουσία. Το εύθραυστο μιας εναλλακτικής λύσης αντί του Μπορίσοφ προκάλεσε έναν πρωτοφανή κύκλο επτά πρόωρων εκλογών και διαδοχικών προσωρινών κυβερνήσεων μέσα σε τριάμισι χρόνια. Αυτή η περίοδος αστάθειας έδειχνε να έχει τελειώσει με την επιστροφή του GERB στην εξουσία στις αρχές του 2025.

Αν και το GERB παρουσιαζόταν ως μια κεντροδεξιά, φιλοευρωπαϊκή και φιλοατλαντική δύναμη, κυβερνούσε μαζί με το φιλορωσικό Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το λαϊκιστικό κόμμα Hay Tal Gente. Η διατήρηση της κυβέρνησης εξαρτιόταν και από την εξωτερική υποστήριξη του Ντέλιαν Πέεβσκι, ενός αμφιλεγόμενου ολιγάρχη που έχει υποστεί κυρώσεις από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο και ηγείται του Κινήματος για τα Δικαιώματα και τις Ελευθερίες-Νέα Αρχή.

Στις 11 Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας Ρόζεν Ζελιάζκοφ ανακοίνωσε την παραίτηση της κυβέρνησής του, έπειτα από εβδομάδες διαδηλώσεων κατά των οικονομικών πολιτικών της, την αποτυχία της κυβέρνησης να καταπολεμήσει τη διαφθορά και τον προϋπολογισμό λιτότητας (σ.σ.: περιλάμβανε αυξήσεις σε φόρους και εισφορές, προκαλώντας την οργή μεγάλου τμήματος των 6,5 εκατομμυρίων Βουλγάρων) που κατέβασε χιλιάδες στους δρόμους.

Μόλις λίγες μέρες πριν, ο Ζελιάζκοφ έλεγε ότι «δεν είναι ώρα να εγκαταλείψουμε το σκάφος», απορρίπτοντας αιτήματα παραίτησής του. Η χώρα, που ετοιμαζόταν να υποδεχθεί πανηγυρικά την είσοδο στη ζώνη του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026, έχει εισέλθει και πάλι σε φάση πολιτικής περιδίνησης.

Σημειώνεται πως το GERB, παρά το γεγονός ότι έχει πάντα πρωταγωνιστήσει σε σκάνδαλα διαφθοράς, παραμένει σταθερά πρώτο κόμμα. H προϊστορία λέει ότι ανεξαρτήτως του πότε θα γίνουν και πάλι εκλογές, ο σχηματισμός μιας σταθερής κυβέρνησης θα είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Πόσο μάλλον όσο δεν απομακρύνεται ο φόβος για πιθανή εκτίναξη του πληθωρισμού εξαιτίας κερδοσκοπικών τάσεων μετά την εισαγωγή του ευρώ στη φτωχότερη χώρα της ευρωζώνης.

Τσεχία

Σχετική ηρεμία φαίνεται να επικρατεί πλέον στην Τσεχική Δημοκρατία, μετά τη νίκη του λαϊκιστικού κόμματος ANO στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου. Ο ηγέτης του, ο δισεκατομμυριούχος Αντρέι Μπάμπις, συμμάχησε με δύο άλλα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα –το Κόμμα Ελευθερίας και Αμεσης Δημοκρατίας (SPD) και το Κόμμα Αυτοκινητιστών– για να εξασφαλίσει την κυβερνητική πλειοψηφία. Ο Μπάμπις, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός μεταξύ 2017 και 2021, έχει αναδιαμορφώσει το πολιτικό σύστημα της Τσεχίας σε μόλις μία δεκαετία. Το ANO έχει απορροφήσει την παραδοσιακή Αριστερά, που σήμερα είναι εξωκοινοβουλευτική, και έχει ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς, η οποία δεν καταφέρνει να απογειωθεί. Η κλασική Δεξιά αντιστέκεται χάρη στη συμμαχία Spolu («Μαζί»), αν και απέχει πολύ από τα επίπεδα υποστήριξης που είχε πριν από την οικονομική κρίση.

Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί νέα κόμματα με κυβερνητικές φιλοδοξίες: το STAN, που συγκεντρώνει τους δημάρχους μικρών πόλεων, και οι Πειρατές, με φιλελεύθερη, αστική και πράσινη ταυτότητα. Η αμυντική απάντηση των παραδοσιακών κομμάτων στον Μπάμπις, που υιοθέτησαν το εθνικολαϊκιστικό αφήγημα σε θέματα μετανάστευσης, ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και οικολογικής μετάβασης, αφήνει ένα ανοιχτό ερώτημα: Συμβάλλει στο να συγκρατεί τον Μπάμπις ή μόνο στο να κανονικοποιεί το αφήγημά του;

meloni

Ιταλία

Μία από τις ευρωπαϊκές χώρες που παραδοσιακά θεωρούνταν πολιτικά ασταθής, είναι σήμερα υπόδειγμα σταθερότητας. Η κυβέρνηση Μελόνι, που βρίσκεται στην εξουσία από τον Οκτώβριο του 2022, είναι ήδη η τρίτη πιο μακροχρόνια κυβέρνηση στην ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας, πίσω μόνο από δύο κυβερνήσεις με επικεφαλής τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Η 48χρονη πρωθυπουργός ηγείται μιας φαινομενικά σταθερής συμμαχίας που συγκεντρώνει το 61% των βουλευτών και το 58% των γερουσιαστών. Το κόμμα της, Fratelli d’Italia, είναι συσπειρωμένο γύρω από την προσωπικότητά της και διαθέτει περισσότερες έδρες από το σύνολο των κομμάτων που απαρτίζουν τον κυβερνητικό συνασπισμό (Lega και Forza Italia), τα οποία δεν θα είχαν πολλά να κερδίσουν σε περίπτωση πρόωρων εκλογών. Μέχρι τώρα, η Μελόνι έχει ακολουθήσει έναν τρόπο διακυβέρνησης προσπαθώντας να αποφύγει σοβαρά εμπόδια και να συμφιλιώσει διαφορετικές στάσεις μεταξύ των συμμάχων της σε θέματα όπως η πολιτική για την Ουκρανία.

Ταυτόχρονα, απέναντί της έχει μια αντιπολίτευση ανίκανη να δημιουργήσει μια πειστική εναλλακτική λύση, η οποία εκφράζεται κυρίως μέσω του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) με ηγέτιδα την Ελι Σλέιν, μια 40χρονη ακτιβίστρια ανεξάρτητης προέλευσης, και του Κινήματος 5 Αστέρων του Τζουζέπε Κόντε, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί οριστικά προς την Κεντροαριστερά και ενεργεί ως μειοψηφικός σύμμαχος του PD, αν και διατηρεί κάποια αυτονομία. Ο εκλογικός νόμος που θεσπίστηκε το 2017 δίνει περισσότερες έδρες στη νικήτρια συμμαχία από ό,τι στο παρελθόν, ευνοώντας μια πιο συμπαγή Κεντροδεξιά. Η Σλέιν και ο Κόντε δοκιμάζουν στις επτά περιφερειακές εκλογές του 2025 τη «συνταγή του μεγάλου πεδίου», που καλύπτει από το κεντρώο πρόγραμμα του πρώην πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι έως την αριστερή Συμμαχία Πρασίνων και Αριστεράς. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν σημειωθεί ούτε προβλέπεται να σημειωθούν αλλαγές στην περιφερειακή διακυβέρνηση.

kyriakos

Ελλάδα

Μια άλλη φαινομενικά σταθερή χώρα είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με απόλυτη πλειοψηφία και στην εξουσία από το 2019, βιώνει μια σχετική πτώση που έχει ήδη στοιχίσει τουλάχιστον 11 μονάδες στην πρόθεση ψήφου σε σχέση με τις εκλογές του 2023. Παρ’ όλα αυτά, σώζεται από μια πολύ κατακερματισμένη αντιπολίτευση, με τον ΣΥΡΙΖΑ εκτός παιχνιδιού λόγω διασπάσεων και το ΠΑΣΟΚ να παραμένει στάσιμο στο 12-14% των ψήφων.

Το κύριο πρόβλημα της χώρας είναι ο πληθωρισμός και η απώλεια αγοραστικής δύναμης, ακολουθούμενα από μια άνευ προηγουμένου στεγαστική κρίση, με τα ενοίκια να φτάνουν σε επίπεδα απαγορευτικά. Στην Ελλάδα τού σήμερα, είναι πολύ πιο δύσκολο να βρεις σπίτι από το να βρεις δουλειά. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βασίζεται στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», παρουσιάζοντας την πολιτική σταθερότητα ως κινητήριο δύναμη της οικονομικής προόδου. «Η Ελλάδα του 2025 δεν μοιάζει σε τίποτα με το μαύρο πρόβατο των αγορών του 2015», διαβεβαιώνει ο Ελληνας πρωθυπουργός, τονίζοντας ότι η χώρα χρηματοδοτείται φτηνότερα απ’ ό,τι άλλες ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες. Αλλά πίσω από αυτή την εικόνα θριάμβου, η πραγματικότητα είναι άλλη: το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών συνεχίζει να βρίσκεται στα ύψη, οι εξαγωγές αγαθών μειώνονται και το πλεόνασμα στις υπηρεσίες αυξάνεται ελάχιστα.

Ωστόσο, η επιστροφή δύο πρώην ηγετών θα μπορούσε να αναστατώσει την ελληνική πολιτική σκηνή. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ και σχεδιάζει να ιδρύσει ένα νέο κόμμα εν όψει των επόμενων βουλευτικών εκλογών. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου το 24% των πολιτών θα μπορούσε να τον υποστηρίξει. Ο προκάτοχός του, ο συντηρητικός Αντώνης Σαμαράς, εξετάζει επίσης τη δημιουργία ενός «πατριωτικού» δεξιού κόμματος μετά τη διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία. Η ελληνική πολιτική προετοιμάζεται να μπει σε αχαρτογράφητα εδάφη.

viktor orban

Ουγγαρία

Στην Ουγγαρία, ο υπερσυντηρητικός Βίκτορ Ορμπαν και το κόμμα του Συμμαχία Νέων Δημοκρατών (Fidesz) σημειώνουν εκλογικές νίκες εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Ωστόσο, η πορεία της χώρας ενδέχεται να αλλάξει τους επόμενους μήνες.

Η κύρια απειλή για το status quo είναι ο Πέτερ Μάγκιαρ. Το κόμμα του, Tisza, που ιδρύθηκε πριν από έναν χρόνο και κάτι, έχει καταφέρει να ξεπεράσει το Fidesz στις δημοσκοπήσεις.

Αν και οι εκλογές δεν θα διεξαχθούν πριν από τον Απρίλιο του 2026, η πόλωση είναι έντονη, με συνεχείς διαμαρτυρίες και εκστρατείες δυσφήμησης κατά της αντιπολίτευσης. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς βρίσκεται επίσης σε πολύ χαμηλά επίπεδα στη χώρα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Ερευνας 21, το 48% των πολιτών δεν πιστεύει τα δημόσια μέσα ενημέρωσης και το 45% δεν εμπιστεύεται τη σταθερότητα που διακηρύσσει η κυβέρνηση. Η δυσπιστία προς την ίδια την αντιπολίτευση ξεπερνά το 32%. Η Ουγγαρία έχει έτσι καταστεί το πιο ορατό παράδειγμα κρίσης των αντιδημοκρατικών καθεστώτων. Μετά τα δεκαπέντε χρόνια διακυβέρνησης του Ορμπαν, είναι πλέον το πιο διεφθαρμένο κράτος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με τη Διεθνή Διαφάνεια, θέση που μοιράζεται με την Μπουρκίνα Φάσο.

pulse

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι: Petr Jedlička (Denik Referendum-Tσεχία), Lorenzo Ferrari, Francesco Berto (OBCT-Ιταλία), Κώστας Ζαφειρόπουλος («Εφ.Συν.»), Boróka Parászka (HVG-Ουγγαρία), Krasen Nikolov (Mediapool-Βουλγαρία), Voxeurop (Γαλλία)