Η ένταση στο Τορίνο είχε ανέβει επικίνδυνα εδώ και αρκετές ημέρες. Κανείς δεν περίμενε, όμως, ότι παραμονές γιορτών θα ζούσαμε τέτοιες στιγμές: την περασμένη Πέμπτη, εντυπωσιακός αριθμός αστυνομικών δυνάμεων προχώρησε στην εκκένωση του αριστερού κοινωνικού κέντρου Ascatasuna, στην περιοχή Mπόργκο Βανκίλια του Τορίνο.
Αποκλείστηκε όλη η ευρύτερη περιοχή, τρία σχολεία παρέμειναν κλειστά και τα μέλη του κοινωνικού κέντρου αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Οταν προσπάθησαν να οργανώσουν καθιστική διαμαρτυρία μπροστά στην είσοδο του κτιρίου, οι αστυνομικές δυνάμεις έκαναν χρήση αντλιών νερού. Το γεγονός αποτέλεσε κύρια είδηση σε ολόκληρη την Ιταλία και οδήγησε σε πορεία διαμαρτυρίας το απόγευμα του Σαββάτου.
Ρίψεις νερού
Η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων διαδήλωσε ειρηνικά, ζητώντας την αναθεώρηση της απόφασης εκκένωσης. Κάτοικοι του Βανκίλια, μιλώντας στους δημοσιογράφους, θύμισαν ότι το «Askatasuna» σήμαινε δυνατότητα δωρεάν άθλησης, χώρο συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών, ειρηνική μάχη για να σταματήσει στη γειτονιά η διακίνηση ναρκωτικών. Στο τέλος της κινητοποίησης, περίπου διακόσιοι απ’ τους συμμετέχοντες στην πορεία -σε σύνολο πέντε χιλιάδων- πέταξαν μπουκάλια προς τους αστυνομικούς και πυρπόλησαν κάδους σκουπιδιών. Η αντίδραση ήταν και πάλι μαζική, με ρίψεις νερού και χρήση γκλομπ.
Σύμφωνα με τον Τύπο, η απόφαση εκκένωσης της περασμένης Πέμπτης ελήφθη από το ιταλικό υπουργείο Εσωτερικών μετά από μια σειρά εισαγγελικών ερευνών. Ερευνες οι οποίες αφορούσαν, κυρίως, την εισβολή περίπου πενήντα διαδηλωτών στα γραφεία της εφημερίδας La Stampa, πριν από τρεις εβδομάδες. Νέοι με καλυμμένο το πρόσωπο, στις 28 Νοεμβρίου, πέταξαν από τα γραφεία βιβλία και σημειώσεις και έγραψαν στους τοίχους «Fuck Stampa». Υπάρχουν υποψίες ότι στην επίθεση αυτή πήραν μέρος και μέλη ή άτομα που συχνάζουν στο συγκεκριμένο «κοινωνικό κέντρο».
Η μαζική εκκένωση της περασμένης Πέμπτης, όμως, δημιουργεί νέα δεδομένα στην ιταλική πολιτική πραγματικότητα, φέρνοντας σε δύσκολη θέση, πρώτα απ’ όλα, την προοδευτική παράταξη. Διότι ο δήμαρχος του Τορίνο, Στέφανο Λο Ρούσο, πριν από λίγους μήνες είχε υπογράψει «σύμφωνο συνεργασίας» με τα μέλη του «Αskatasuna», στο οποία αναφερόταν ότι δήμος και κοινωνικό κέντρο είχαν επιλέξει μια κοινή πορεία και ότι η κατάληψη του χώρου στο οποίο λειτουργούσε όλη αυτή η πραγματικότητα ήταν εμπόδιο που θα μπορούσε να ξεπεραστεί.
Ο κεντροαριστερός δήμαρχος, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες επέμεινε ότι το συγκεκριμένο βήμα δεν επρόκειτο να τεθεί υπό αμφισβήτηση, αμέσως μετά την αστυνομική επιχείρηση της Πέμπτης άλλαξε ξαφνικά ιδέα: με επίσημη ανακοίνωσή του, ο Λο Ρούσο πληροφόρησε τους συμπολίτες του ότι το σύμφωνο συνεργασίας είχε πάψει να ισχύει επειδή «στον πάνω όροφο του κτιρίου (ο οποίος δεν θεωρείται ασφαλής) κατά την αστυνομική έφοδο βρέθηκαν έξι ακτιβιστές».
Πολλοί σχολιαστές υπογράμμισαν ότι η συγκεκριμένη δικαιολογία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστική. Στελέχη της Ιταλικής Αριστεράς και των Οικολόγων -οι οποίοι μετέχουν στη δημοτική πλειοψηφία- διαχώρισαν τη θέση τους και ζήτησαν να αναθεωρηθεί η όλη απόφαση.
Ο δε πρώην δήμαρχος της Βενετίας και φιλόσοφος Μάσιμο Κατσιάρι (από τις πιο έγκυρες «φωνές» της ιταλικής Κεντροαριστεράς) εξέφρασε την αντίθεσή του και υπογράμμισε ότι «σε χώρους σαν και αυτόν θα έπρεπε να επιτραπεί να ενταχθούν σε μια κατάσταση νομιμότητας και να αναγνωριστεί η κοινωνική τους χρησιμότητα». Μετά τις αρνητικές αντιδράσεις, ο Λο Ρούσο επιχείρησε να κάνει ένα βήμα πίσω, δηλώνοντας ότι «πιστεύει ακόμη στην πορεία του συμφώνου».
Η κορύφωση
Από την αντίπερα όχθη, ο γραμματέας της Λέγκας και υπουργός Υποδομών, Ματέο Σαλβίνι, υπογράμμισε ότι «η εκκένωση αυτή αποτελεί μόνον την αρχή» και πως χρειάζονται «εκσκαφείς στα κοινωνικά κέντρα, διότι είναι κρυψώνες εγκληματιών». Δεν είναι σαφές, βέβαια, αν αναφέρεται και στο ακροδεξιό κοινωνικό κέντρο Casapound, το οποίο έχει καταλάβει τεράστιο κτήριο στο κέντρο της Ρώμης και δεν ενοχλείται από κανέναν.
Το θέμα είναι ποιον μπορεί να εξυπηρετήσει αυτή τη στιγμή η κορύφωση της έντασης. Τα μέλη του «Askatasuna», πάντως, κατήγγειλαν ότι «με την επίδειξη δύναμης των τελευταίων ημερών θέλησαν να τους τιμωρήσουν για τις μαζικές κινητοποιήσεις τους υπέρ του παλαιστινιακού λαού» και πρόσθεσαν ότι «ακόμη και χωρίς έδρα, θα συνεχίσουν να υπάρχουν».
