Η Λεωφόρος Οσβομποδένι, ο κεντρικός δρόμος στο Νόβι Σαντ της βόρειας Σερβίας εκτείνεται από τον σιδηροδρομικό σταθμό έως τον Δούναβη. Το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, η λεωφόρος έσφυζε από ενθουσιασμό. Έμποροι έχουν στήσει τα τραπέζια τους κατά μήκος της λεωφόρου από νωρίς το απόγευμα, εκθέτοντας σερβικές σημαίες, πολύχρωμες πλαστικές σφυρίχτρες και κοκκινόλευκα κασκόλ. Μοιάζουν οπαδικά αλλά δεν είναι. Φέρουν την επιγραφή «pumpaj» («Συνέχισε να πιέζεις!» – μία εντολή ή ενθάρρυνση) και ένα μοτίβο με ματωμένες παλάμες.
Η 1η Νοεμβρίου 2025, σηματοδότησε ένα χρόνο από την κατάρρευση ενός τσιμεντένιου στεγάστρου στον τοπικό σιδηροδρομικό σταθμό, όπου σκοτώθηκαν δεκαέξι άνθρωποι. Μια δέκατη έβδομη γυναίκα έχασε τα άκρα της. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα ο σταθμός είχε εγκαινιαστεί με τυμπανοκρουσίες μετά από ανακαινίσεις που αποσκοπούσαν στο να τον εντάξουν σε μια σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας μεταξύ Βουδαπέστης και Βελιγραδίου.
Σε ένα σερβικό κράτος διάτρητο από την διαφθορά, η κοινωνία των πολιτών δεν αμφέβαλε ούτε για μια στιγμή ότι οι αρχές είχαν κάνει πρόχειρες επισκευές και ότι κάποιος είχε γεμίσει τις τσέπες του με τα χρήματα του έργου. Μετά από τρεις ημέρες πένθους, ξεκίνησαν διαδηλώσεις στο Νόβι Σαντ απαιτώντας την αποδέσμευση της τεκμηρίωσης του έργου και την τιμωρία των ενόχων. Ένα από τα σύμβολα της διαμαρτυρίας ήταν μια ματωμένη παλάμη με το σύνθημα «Τα χέρια σας είναι ματωμένα».
Τρεις εβδομάδες μετά την κατάρρευση, την Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2024, φοιτητές που τηρούσαν σιγή δεκαέξι λεπτών για τα θύματα μπροστά στη Σχολή Δραματικών Τεχνών του Βελιγραδίου δέχθηκαν επίθεση από φιλοκυβερνητικούς χούλιγκανς. Εξοργισμένοι, φοιτητές σε όλη την χώρα κατέλαβαν στη συνέχεια πανεπιστήμια, ηγήθηκαν του κινήματος διαμαρτυρίας και κέρδισαν την εύνοια της πλειοψηφίας της σερβικής κοινωνίας, ενώνοντας γενιές, περιοχές, κοινωνικοοικονομικά στρώματα, εθνότητες και θρησκείες. Καθώς το κίνημα μεγάλωνε, το κεντρικό του σύνθημα έγινε το «pumpaj» — μια έκκληση για αύξηση της πίεσης στην ηγεσία της χώρας.
Η σερβική κοινωνία, μέχρι σήμερα, συνεχίζει να βγαίνει στους δρόμους για να διαδηλώσει. Ωστόσο, μετά από βίαιες συγκρούσεις τον Αύγουστο μεταξύ της αστυνομίας, φιλοκυβερνητικών χούλιγκανς και ειρηνικών διαδηλωτών, το κίνημα άρχισε να φαίνεται κάπως εξαντλημένο, και οι καταλήψεις της συντριπτικής πλειονότητας των πανεπιστημίων έληξαν. Σε ορισμένα μέρη, όπως η Φιλοσοφική Σχολή στο Νόβι Σαντ, τερματίστηκαν βίαια από τις αρχές. Μετά από έναν χρόνο στους δρόμους και στις συγκεντρώσεις, οι περισσότεροι φοιτητές τώρα προσπαθούν να περάσουν τις εξετάσεις τους.
Χιλιάδες άνθρωποι έχουν συρρεύσει γύρω από την Γέφυρα της Ελευθερίας, όπου υποδέχονται τους φοιτητές που παρελαύνουν. Κόκκινα και μπλε καπνογόνα φωτίζουν το σκοτάδι, και φυσαλίδες από μια γαλάζια μηχανή φυσαλίδων αιωρούνται στον αέρα. Ο ρυθμικός ήχος των τυμπάνων προστίθεται στην ένταση της ατμόσφαιρας.
Κάθε φορά που πλησιάζει μία από τις πορείες, ένας φοιτητής με ανακλαστικό γιλέκο διοργανωτή σηκώνει ένα μικρόφωνο και φωνάζει τα ονόματα των πόλεων από όπου φτάνουν οι συμμετέχοντες: «Τσάτσακ!… Σάμπατς!». Τα πλήθη που περιμένουν εκστασιασμένα πετούν τις γροθιές τους στον αέρα, φωνάζουν «Μπράβο!» και επευφημούν σαν κάθε πόλη που ανακοινώνεται να είναι η δική τους.
«Gotov je!» φωνάζει το πλήθος. Ένας τριαντάχρονος από το Βελιγράδι που στέκεται δίπλα μου, ένας σοβαρός άνδρας με γκρι σακάκι, μεταφράζει το σύνθημα. «Τελείωσε,» λέει. «Είναι τελειωμένος». Αυτός που έχει τελειώσει, σύμφωνα με το πλήθος, δεν είναι κανένας άλλος από τον αυταρχικό πρόεδρο Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από το 2012. Ρωτάω τον διερμηνέα μου πώς αισθάνεται. «Θριαμβευτικά,» απαντά. «Πού βρίσκεις την βεβαιότητα ότι το φιλοδημοκρατικό κίνημα θα επικρατήσει;» «Κοίτα γύρω σου,» απαντά. «Χρειάζεσαι περισσότερες αποδείξεις;». Η σοβαρή του έκφραση μετατρέπεται επιτέλους σε χαμόγελο.
Ένας μεταβαλλόμενος συσχετισμός φόβου
Όλοι όσοι μίλησα στην Σερβία συμφωνούν με ένα πράγμα: δεν υπάρχει επιστροφή. Είτε το φοιτητικό κίνημα θα πετύχει και ο Βούτσιτς θα ανατραπεί είτε θα υπάρξει μια σημαντική σκλήρυνση του καθεστώτος, συνοδευόμενη από καταστολή της ανεξαρτησίας των ανυπάκουων πανεπιστημίων.
Την παραμονή της επετείου, συναντώ τον δημοσιογράφο και καθηγητή Ντίνκο Γκρουχόνιτς. «Είμαι μάλλον αισιόδοξος,» ξεκινά. «Όχι με βάση ψεύτικες ελπίδες, αλλά με βάση ορθολογική πολιτική ανάλυση. Το κύριο εργαλείο της πολιτικής εξουσίας για κάθε αυταρχικό καθεστώς στον κόσμο είναι ο φόβος. Εάν ο φόβος εξαφανιστεί από την κοινωνία, το αυταρχικό καθεστώς θα εξαφανιστεί επίσης».
Ο Γκρουχόνιτς έχει την περισσότερη εμπειρία από τους περισσότερους δημοσιογράφους όσον αφορά την εκφοβιστική τακτική των πρωτοπαλίκαρων του καθεστώτος. Πέρυσι, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια τεράστια εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον του από έναν συντονισμένο καταιγισμό διαδικτυακών επιθέσεων, συμπεριλαμβανομένων απειλών θανάτου. Όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά τον Μάρτιο, μετακινείτο στην πόλη μόνο με αυτοκίνητο και μετά το σούρουπο.
Σήμερα, συναντιόμαστε σε μια εκδήλωση υποδοχής φοιτητών, την οποία ο Γκρουχόνιτς σχολιάζει για λογαριασμό της τηλεόρασης. Τον ρωτάω πώς είναι. «Ως αρχιτέκτονας της επανάστασης,» χαμογελά, «είμαι αρκετά απασχολημένος». Μετά γελάει. «Ασφαλώς, αστειεύομαι».
Αν και το φοιτητικό κίνημα είναι αποκεντρωμένο και όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά σε ολομέλειες, το καθεστώς ξεχωρίζει διάφορες προσωπικότητες τις οποίες χαρακτηρίζει ως καιροσκόπους πραξικοπηματίες. Είμαστε έτοιμοι να αποχωρήσουμε όταν συναντάμε έναν γνωστό του Γκρουχόνιτς, ο οποίος τον προτρέπει να φύγει αμέσως. «Αν δεν το κάνεις,» τον προειδοποιεί, «οι αρχές θα παρουσιάσουν την συγκέντρωση ως δική σου απόπειρα κατάληψης της εξουσίας».
Σύμφωνα με τον Γκρουχόνιτς, ωστόσο, τον τελευταίο χρόνο «ο συσχετισμός του φόβου έχει αλλάξει. Πολλοί άνθρωποι σταμάτησαν να φοβούνται και τώρα είναι οι αξιωματούχοι του καθεστώτος που άρχισαν να νιώθουν φόβο — συμπεριλαμβανομένου του Βούτσιτς, του οποίου τα μαλλιά γκριζάρουν και τα μάτια του αντανακλούν φόβο ή ίσως παράνοια. Πιστεύω ότι είναι μόνο θέμα χρόνου προτού καταστεί τελειωμένος.»
Σύμφωνα με τον ίδιο, το φιλοδημοκρατικό κίνημα έχει ολοκληρώσει το πρώτο μέρος της διαδικασίας: χειραφέτηση με πολλές έννοιες της λέξης. «Χειραφέτηση ως κοινωνική κατανόηση του τί σημαίνουν η ελευθερία και η αυτονομία, ή ίσως ως επιστροφή της ηθικής και της δεοντολογίας στην κοινωνία γενικότερα,» εξηγεί. «Και τώρα, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει το δεύτερο μέρος του παιχνιδιού. Ελπίζω ότι οι φοιτητές σύντομα θα ανακοινώσουν το όνομα του πολιτικού τους κινήματος και το πρόγραμμά του».
«Δύο καλά παιδιά στέκονται μπροστά στο σπίτι σου»
Αρχικά, τα αιτήματα του φοιτητικού κινήματος αφορούσαν κυρίως την τραγωδία του Νόβι Σαντ και την επακόλουθη καταστολή κατά την διάρκεια των διαδηλώσεων: δημοσίευση της τεκμηρίωσης του έργου για την ανακατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού τιμωρία όλων όσων επιτέθηκαν σωματικά σε ειρηνικούς διαδηλωτές την απελευθέρωση και αθώωση όλων των φοιτητών και ακτιβιστών που τέθηκαν υπό κράτηση κατά την διάρκεια των διαμαρτυριών αύξηση του προϋπολογισμού για την εκπαίδευση.
Ωστόσο, μετά από έξι μήνες διαμαρτυριών, τον Μάιο, οι φοιτητές, με το επιχείρημα ότι τα πάσχοντα κρατικά ιδρύματα που είχαν καταληφθεί από το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα του Βούτσιτς δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τα αιτήματά τους, κάλεσαν τον πρόεδρο να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.
Οι πρόωρες εκλογές ήταν μέχρι στιγμής το εργαλείο του Βούτσιτς για να βγαίνει από προηγούμενες κρίσεις: έχει τον έλεγχό τους. Στις τελευταίες εκλογές, η νίκη του κόμματός του οφειλόταν όχι μόνο στην υποταγμένη μηχανή των μέσων ενημέρωσης, αλλά και σε δωροδοκημένους ψηφοφόρους που μεταφέρθηκαν με λεωφορεία από την σερβική Δημοκρατία στην Βοσνία και το βόρειο Κόσοβο, ακόμη και σε ψηφοφόρους που είχαν ήδη πεθάνει.
Τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους, διεξήχθησαν τοπικές εκλογές στους δήμους Zaječar και Kosjerića, οι οποίες παρακολουθήθηκαν από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και μέλη του κινήματος διαμαρτυρίας— φοιτητές και βετεράνους πολέμου—οι οποίοι ανέφεραν αύξηση της χρήσης απειλών και σωματικής βίας.
«Οι κομματικοί αξιωματούχοι έχουν διπλό εκλογικό κατάλογο,» λέει η Μίλιτσα, μια κομψή φοιτήτρια ιατρικής, περιγράφοντας ένα είδος εκλογικού εξαναγκασμού που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στις μικρές πόλεις. «Κάθονται σε ένα καφέ και ελέγχουν με την εκλογική επιτροπή ποιος έχει ήδη ψηφίσει. Και τηλεφωνούν σε όσους δεν έχουν ψηφίσει ακόμη: «”Άκου, σου δώσαμε μια δουλειά. Τώρα στέκονται δύο καλά παιδιά μπροστά στο σπίτι σου… Καλύτερα να πας να ψηφίσεις.'” Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια».
Καθόμαστε σε σουέvτ καναπέδες σε ένα καφέ δίπλα στην πανεπιστημιούπολη με τον σύντροφό της, τον Βουκ, ο οποίος σπουδάζει κοινωνική εργασία. Η Μίλιτσα και ο Βουκ είναι από τους πιο αφοσιωμένους φοιτητές που αντάλλαξαν την κανονική φοιτητική τους ζωή με έναν πλήρους απασχόλησης αστικό αγώνα για την ενίσχυση της δημοκρατίας στη Σερβία. «Αν κάποιος μου έλεγε πριν από ένα χρόνο ότι θα υπερασπιζόμουν τις τοπικές εκλογές στο Zaječar,» γελάει η Μίλιτσα, «δεν θα τον πίστευα».
Είναι ακριβώς μέσω των αυθεντικών, συλλογικών και ανιδιοτελών προσπαθειών του για αλλαγή, που αναλήφθηκαν χωρίς κανένα απώτερο κίνητρο για πολιτική εξουσία, που το φοιτητικό κίνημα κατάφερε να αφυπνίσει το ενδιαφέρον για την πολιτική, την ελπίδα και την εμπιστοσύνη σε έναν παραιτημένο πληθυσμό. Πριν από ένα χρόνο, η παλαιότερη γενιά πίστευε —όπως και αλλού— ότι οι νέοι ενδιαφέρονταν μόνο για τις οθόνες των τηλεφώνων τους. Σήμερα, επαναλαμβάνουν με αφοσίωση πόσο πιστεύουν στους φοιτητές.
Οι πρώτες εκλογές για τις οποίες θα ενδιαφερθεί ο κόσμος
Ως οι μόνοι αξιόπιστοι πολιτικοί δρώντες, οι φοιτητές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αρχίσουν να προετοιμάζονται για πιθανές εκλογές. Συνέταξαν καταλόγους ανεξάρτητων υποψηφίων, κυρίως αξιοσέβαστων εμπειρογνωμόνων, η σύνθεση των οποίων ψηφίστηκε σε ολομέλειες. Ωστόσο, δεν θα δημοσιεύσουν συγκεκριμένα ονόματα έως ότου ο Πρόεδρος Βούτσιτς ανακοινώσει τις εκλογές.
«Θέτουμε την ασφάλεια των υποψηφίων σε κίνδυνο,» εξηγεί η φοιτήτρια δημοσιογραφίας Νάντια με βραχνή φωνή. «Τα μέσα ενημέρωσης που υποστηρίζουν το καθεστώς, θα διασπείρουν ψέματα για αυτούς, και το καθεστώς θα προσπαθήσει να τους δυσφημήσει με κάθε δυνατό τρόπο». Η ίδια η Νάντια έχει βιώσει την ψευδολογία των φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία έγραψαν ότι είχε σχέση με έναν καθηγητή, ότι ήταν η «βασίλισσα του πάγου» των διαδηλώσεων και ότι είχε κλέψει το φανταστικό σκήπτρο από την φίλη της, η οποία βρισκόταν υπό κράτηση εκείνη την εποχή.
Το φοιτητικό κίνημα δεν θέλει στο ψηφοδέλτιο κανέναν που υπήρξε μέλος κοινοβουλευτικού κόμματος στο παρελθόν — συμπεριλαμβανομένης της αντιπολίτευσης. «Η αντιπολίτευση δεν έχει κάνει πολλά τον τελευταίο χρόνο,» εξηγεί η Νάντια. «Και θέλουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο να έχουμε κάποιον υποψήφιο που απλώς προσποιείται ότι υποστηρίζει την δημοκρατία. Ορισμένοι πολιτικοί της αντιπολίτευσης συνεργάζονται με το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα κεκλεισμένων των θυρών». Για να αποφευχθεί η διάσπαση της αντικυβερνητικής ψήφου, το κίνημα καλεί την αντιπολίτευση να αποσυρθεί από τις επόμενες εκλογές.
Οι φοιτητές εργάζονται επίσης για την κινητοποίηση και την εκπαίδευση ατόμων που θα συμμετάσχουν στις εκλογικές επιτροπές για λογαριασμό τους. «Θα υπάρξει απάτη σε ορισμένα χωριά,» παραδέχεται ο Βουκ. «Δεν μπορούμε να αποτρέψουμε τα πάντα. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να κινητοποιήσουμε ανθρώπους σε όλη τη χώρα να γίνουν εκλογικοί παρατηρητές, κάτι που δεν θα είχαν σκεφτεί ποτέ πριν».
«Αυτές οι εκλογές θα είναι οι πρώτες εκλογές για τις οποίες θα νοιαστούν πολλοί άνθρωποι,» προσθέτει η Μίλιτσα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί επίσης πίεση στον Βούτσιτς
Και τί λέει ο Βούτσιτς; Στις αρχές της άνοιξης, καυχιόταν ότι θα προκήρυσσε ευχαρίστως πρόωρες εκλογές μόλις τις ζητούσε το φοιτητικό κίνημα. Αλλά μόλις το φοιτητικό κίνημα τις ζήτησε, σταμάτησε να μιλάει γι’ αυτές. Δεν είναι περίεργο που προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Σύμφωνα με έρευνα του Σεπτεμβρίου της CRTA, το 44% των ψηφοφόρων θα υποστήριζε τον φοιτητικό κατάλογο υποψηφίων, σε σύγκριση με το 32% που θα υποστήριζαν το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα. Οι τακτικές βουλευτικές εκλογές δεν πρόκειται να διεξαχθούν στη Σερβία πριν από τον Δεκέμβριο του 2027. Οι περισσότεροι παρατηρητές, ωστόσο, αναμένουν ότι ο Βούτσιτς δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να τις προκηρύξει νωρίτερα.
Ο πρόεδρος δέχεται πίεση όχι μόνο από τους δρόμους: και οι θεσμοί της ΕΕ τον πιέζουν. Στα μέσα Οκτωβρίου, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μίλησε στο Βελιγράδι. Ενώ προηγουμένως είχε επαινέσει τον Βούτσιτς για το έργο του σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή τη φορά τόνισε ότι η ΕΕ υποστηρίζει την ελευθερία, όχι την καταπίεση, και την ελευθερία του συνέρχεσθαι.
Λίγο πριν από την επέτειο της τραγωδίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα που επέκρινε την συνεχιζόμενη κρατική καταστολή των διαδηλωτών ζητώντας ανεξάρτητη έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσης του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ.
Ίσως λόγω της αυξανόμενης διεθνούς προσοχής και υποστήριξης προς το φοιτητικό κίνημα, ο Βούτσιτς φόρεσε αδέξια προβιά αρνιού την παραμονή της επετείου και ζήτησε συγγνώμη από τους φοιτητές στην ομιλία του για τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε γι’ αυτούς τον τελευταίο χρόνο: για παράδειγμα, τους είχε χαρακτηρίσει τρομοκράτες, ξένους πράκτορες ή λάτρεις της βίας.
«Πρέπει να μάθω ποιος σκότωσε το παιδί μου»
Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Νόβι Σαντ, χτισμένος το 1964 και θεωρούμενος τότε το καμάρι της Γιουγκοσλαβικής μπρουταλιστικής αρχιτεκτονικής, ήταν διάσημος για την «οδοντωτή» στέγη του που έμοιαζε με χάρτινο ακορντεόν ψηλά πάνω από τον γυάλινο τοίχο του σταθμού. Κάτω από το γυαλί, ένα τσιμεντένιο στέγαστρο εκτεινόταν πάνω από το πεζοδρόμιο και την είσοδο του σταθμού. Μόνο ένα αχνό, σπασμένο περίγραμμα του στεγάστρου μπορεί ακόμα να δει κανείς, διακοσμημένο με μεταλλικά μπουλόνια και βραχίονες που απέτυχαν να το συγκρατήσουν. Ένας μεταλλικός φράχτης εμποδίζει την πρόσβαση στο σημείο όπου, την ημέρα της κατάρρευσης, άνθρωποι κάθονταν σε τραπέζια καφέ ή έμπαιναν στον σταθμό.
Μια βαριά σιωπή πλανάται στον αέρα σήμερα. Μαύρες πλάκες με τα ονόματα των δεκαέξι θυμάτων είναι προσαρτημένες στον μεταλλικό φράχτη. Οι πενθούντες ανάβουν λεπτά κεριά από μελισσοκέρι και αφήνουν λουλούδια, κυρίως λευκά χρυσάνθεμα, σύμβολο πένθους και μνήμης. Αρκετά μεγάλα λούτρινα ζώα κάθονται ανάμεσα στα λουλούδια και τα κεριά. Τέσσερα από τα θύματα ήταν παιδιά.
Μια μελαχρινή κοπέλα με κόκκινο μπλουζάκι γονατίζει στο έδαφος και, με συγκινητική βραδύτητα, ανάβει ένα προς ένα τα δεκαέξι κεριά. Προτού ανάψει κάθε κερί, το φιλάει και κάνει τον σταυρό της. Κλαίει απαρηγόρητα.
Εκτός από τους φοιτητές, βετεράνοι πολέμου συντονίζουν το πλήθος μπροστά στον σταθμό. Κάποιοι φορούν στολές, άλλοι μπορντό μπερέδες και μπλουζάκια του ίδιου χρώματος με την ημερομηνία της τραγωδίας. Και αυτοί καταθέτουν στεφάνια λουλουδιών μπροστά στον φράχτη, φωνάζουν «Δόξα σε αυτούς!» και χαιρετούν στρατιωτικά. «Η κόρη μου είναι ανάμεσα στους φοιτητές,» λέει ένας. «Είμαι εδώ για να προστατεύσω αυτήν και όλα τα άλλα παιδιά — επειδή το κράτος μας δεν τα προστατεύει».
Έρχομαι σε οπτική επαφή με μια μεσήλικη ξανθιά γυναίκα της οποίας τα χείλη είναι σφιγμένα με αγχωμένη έκφραση. Τη λένε Μάγια.
«Φαίνεσαι τρομερά θλιμμένη,» της λέω. Αλλά δεν μιλάει αγγλικά. Ο Αλεξάντρ, πρόσφατος απόφοιτος από το Κραγκούγεβατς, τον οποίο φιλοξενεί η Μάγια ως εθελοντή, μιλάει εκ μέρους της: «Η κόρη της πήγαινε στον σταθμό κάθε μέρα,» λέει. «Έπρεπε να βρίσκεται στον σταθμό όταν το στέγαστρο κατέρρευσε, αλλά ευτυχώς το τρένο της καθυστέρησε και έφτασε μια ώρα αργότερα».
Οι σερβικές διαμαρτυρίες εξαπλώνονται σαν πυρκαγιά. Και φέρουν ελπίδα για όλη την Ευρώπη
Δίπλα σε μια εξέδρα που έχει στηθεί κάτω από τον σταθμό, δύο οθόνες δείχνουν «11:52» — την ακριβή ώρα πριν από ένα χρόνο που κατέρρευσε το στέγαστρο. Πολλές από τις κονκάρδες καρφιτσωμένες στα μπλουζάκια των παρισταμένων έχουν την ίδια ώρα εκείνου του πρωινού. Είναι τα τελευταία λεπτά που όλοι περιμένουμε, όπως ακριβώς κάναμε τόσες πολλές μέρες τον τελευταίο χρόνο. Σήμερα, όταν το ρολόι έφτασε να δείξει 11:52, δεκαέξι λεπτά σιγής ξεκίνησαν εδώ για τα δεκαέξι θύματα. Ένας φοιτητής στην εξέδρα διαβάζει τα ονόματά τους.
Τα κεφάλια είναι σκυμμένα, τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος. Η σιωπή διακόπτεται μόνο από το βουητό των μη επανδρωμένων αεροσκαφών που μας μετρούν και από τα καταπιεσμένα αναφιλητά όσων κλαίνε. Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες από εμάς έχουμε συγκεντρωθεί για να αποτίσουμε φόρο τιμής. Κάποιοι κρατούν λευκά τριαντάφυλλα με ροζ ραβδωτά πέταλα. Μια ομάδα ανθρώπων δίπλα μου κρατά σφιχτά κορδόνια με δεκαέξι κόκκινα μπαλόνια σε σχήμα καρδιάς, το καθένα εκ των οποίων φέρει χρυσά γράμματα με το όνομα και το έτος γέννησης των θανόντων ξεχωριστά. Κάθε λεπτό, ένα από τα μπαλόνια ανεβαίνει στον ουρανό.
Οι άνθρωποι κάνουν τον σταυρό τους και φωνάζουν «Δόξα σε αυτούς!». Στη συνέχεια, μια γυναικεία χορωδία αρχίζει να τραγουδά το Cveta tresnja: «Οι κερασιές ανθίζουν ανάμεσα στα βουνά,» τραγουδούν. «Η άνοιξη ετοιμάζεται για το ταξίδι της. Όλα είναι όπως ήταν πάντα στην περιοχή μου, μόνο που εγώ δεν είμαι πια εκεί».
Αρκετοί άνθρωποι ανεβαίνουν στην εξέδρα για να εκφωνήσουν ομιλίες, συμπεριλαμβανομένης της Ντιγιάνα Χρκόβα, μητέρας του Στέφαν Χρκα, ο οποίος πέθανε κάτω από το στέγαστρο. «Ευχαριστώ τους φοιτητές που με κρατούν ζωντανή. Ευχαριστώ τους ποδηλάτες, τους βετεράνους πολέμου, τους απλούς ανθρώπους. Σήμερα είναι η πιο θλιβερή μέρα για όλους μας. Το Νόβι Σαντ κλαίει. Αγωνίζομαι ώστε καμία άλλη μητέρα, αδελφή, κανένας από εμάς να μην χρειαστεί ποτέ ξανά να κλάψει για τον ίδιο λόγο».
Στη συνέχεια ανακοινώνει ότι θα ξεκινήσει απεργία πείνας μπροστά από το κοινοβούλιο στο Βελιγράδι στις 11:52 την επόμενη μέρα. Έχει τρία αιτήματα: τιμωρία των υπευθύνων για την τραγωδία, την απελευθέρωση όλων των φοιτητών και ακτιβιστών που τέθηκαν υπό κράτηση κατά την διάρκεια των διαμαρτυριών, και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. «Πρέπει,» καταλήγει. «Είναι καθήκον μου. Πρέπει να μάθω ποιος σκότωσε το παιδί μου, ποιος σκότωσε δεκαέξι ανθρώπους».
Καθώς το πλούσιο μπλε του πρώιμου χειμωνιάτικου σκοταδιού πέφτει στην πόλη, κατευθυνόμαστε στον παραποτάμιο πεζόδρομο στις όχθες του Δούναβη. Η Γιελένα και η Βέσνα, μακρυμαλλούσες κοπέλες μιλένιαλς, γεννημένες στο Σεράγεβο, το θεωρούν «το πιο όμορφο μέρος της πόλης». Η Γιελένα και η Βέσνα είναι οι πρώτοι άνθρωποι που μου λένε ότι δεν πιστεύουν στην επιτυχία του φοιτητικού κινήματος. «Υπάρχουν πάρα πολλά συμφέροντα που διακυβεύονται για τις άρχουσες ελίτ,» εξηγεί η Γιελένα. «Για την μαφία των κατασκευών. Δεν μπορούν να επιτρέψουν να πέσει το καθεστώς. Όσο κι αν το ελπίζουμε».
Μπορούμε να νικήσουμε χάρη στην αγάπη
Την επόμενη μέρα, χιλιάδες άνθρωποι ξεκινούν για το Βελιγράδι για να υποστηρίξουν την απεργό πείνας Ντιγιάνα Χρκόβιτς. Ταυτόχρονα, δωροδοκημένοι φιλοκυβερνητικοί χούλιγκανς κατασκηνώνουν μπροστά στο κοινοβούλιο από τον Μάρτιο. Λίγο μετά το σούρουπο στο Βελιγράδι, εκτοξεύονται αρκετές κροτίδες από το στρατόπεδό τους προς τους φιλοδημοκρατικούς διαδηλωτές. Τις επόμενες μέρες, η αστυνομία συλλαμβάνει δεκάδες φοιτητές και ακτιβιστές.
Την Κυριακή 2 Νοεμβρίου, ο Βούτσιτς υπόσχεται στην ομιλία του να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Εν τω μεταξύ, λεωφορεία φέρνουν όλο και περισσότερους υποτιθέμενους υποστηρικτές της κυβέρνησης στο Σερβικό κοινοβούλιο — ένας Θεός ξέρει από πού και για πόσα χρήματα.
Φοιτητές από τις πόλεις Νις και Νόβι Παζάρ, εν τω μεταξύ, κατευθύνονται προς το Βελιγράδι για να ενωθούν με την Χρκόβιτς και τους υποστηρικτές της μπροστά στο κοινοβούλιο. Και αυτό είναι το μόνο που μετράει για την Χρκόβιτς: «Σημαίνει ότι είμαστε ενωμένοι. Και ότι μπορούμε να νικήσουμε χάρη στην αγάπη».
*Αυτό το ρεπορτάζ του Denik Referendum (Τσεχία) γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Ο Μάσιμο Μοράτι από το OBCT βοήθησε στην προετοιμασία του κειμένου.
