ΡΩΜΗ
Το ειδικό εξαμελές δικαστικό συμβούλιο, το οποίο στην Ιταλία εξετάζει υποθέσεις που αφορούν τους υπουργούς και την πρωθυπουργό, ζήτησε την παραπομπή σε δίκη τριών μελών της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι. Πρόκειται για τον υπουργό Εσωτερικών Ματέο Πιαντεντόζι, τον υπουργό Δικαιοσύνης Κάρλο Νόρντιο και τον υφυπουργό παρά τη προεδρία της κυβέρνησης Αλφρέντο Μαντοβάνο, από τον οποίο εξαρτώνται και οι μυστικές υπηρεσίες.
Ζητείται να καθίσουν στο εδώλιο διότι θεωρείται ότι παραβίασαν τον νόμο χειριζόμενοι την υπόθεση του Λίβυου στρατηγού Ναζέμ Οζάμα, ευρύτερα γνωστού ως Αλ Μάσρι. Συνελήφθη στις 18 Ιανουαρίου στο Τορίνο, έξω από το στάδιο Ντέλε Αλπι. Η ιταλική αστυνομία τον σταμάτησε για εξακρίβωση στοιχείων, από την οποία προέκυψε ότι πρόκειται για καταζητούμενο, βάσει εντάλματος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης.
Κατηγορείται για μηδενικό σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις φυλακές της Τρίπολης, στα κολαστήρια όπου μεταφέρονται οι μετανάστες και πρόσφυγες που συλλαμβάνουν οι τοπικές αρχές ενώ προσπαθούν να επιβιβαστούν σε πλοιάρια με προορισμό την Ευρώπη. Ο Αλ Μάσρι, βάσει μαρτυριών, κατηγορείται για δολοφονίες και βασανιστήρια. Η κράτησή του στην Ιταλία, όμως, διήρκεσε μόλις εβδομήντα δύο ώρες. Δεν επικυρώθηκε η σύλληψη, εκδόθηκε απόφαση απέλασής του και ο στρατηγός-βασανιστής επιβιβάστηκε σε κρατικό αεροσκάφος που τον μετέφερε στην Τρίπολη. Εκεί, τον περίμεναν εκατοντάδες άνθρωποι οι οποίοι, μόλις βγήκε από το αεροπλάνο, τον σήκωσαν στα χέρια, φωνάζοντας χλευαστικά συνθήματα κατά της Ιταλίας.
Η αντιπολίτευση κατήγγειλε αμέσως το συμβάν, υπογραμμίζοντας ότι με τη συμπεριφορά της η κυβέρνηση Μελόνι έδειξε ξεκάθαρα ότι η χώρα είναι θύμα εκβιασμού από τους αρχηγούς των δουλεμπόρων και τους συνεργούς τους. Τους ανθρώπους εκείνους, δηλαδή, που η Μελόνι έχει δηλώσει με έμφαση ότι «θέλει να κυνηγήσει σε κάθε γωνιά της Γης». Το δε Δικαστήριο της Χάγης ζήτησε επίσημα εξηγήσεις από την κυβέρνηση της Φόρτσα Ιτάλια, της Λέγκας και των Αδελφών της Ιταλίας.
Με το αίτημα παραπομπής σε δίκη τώρα, οι Ιταλοί εισαγγελείς καθιστούν σαφές πως θεωρούν ότι παραβιάστηκε ο νόμος. Προς το παρόν, γίνεται αναφορά στο αδίκημα συνέργειας και αυτό που ζητείται είναι να εξακριβωθεί ποιος αποφάσισε -και για ποιον λόγο- ότι ο Αλ Μάσρι έπρεπε να σταλεί σπίτι του το γρηγορότερο δυνατό. Η επίσημη εξήγηση που έδωσε η κυβέρνηση της Ρώμης είναι ότι το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου περιείχε πολλές ανακρίβειες και λάθη, τα οποία δεν επέτρεπαν την επικύρωση της σύλληψης. Σε κάποια φάση, μάλιστα, ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, έφτασε να ζητήσει «να διεξαχθεί έρευνα σε βάρος των δικαστικών της Χάγης».
Πολλοί σχολιαστές, όμως, θεωρούν ότι η Ιταλία βιάστηκε τόσο πολύ να αφήσει ελεύθερο τον συγκεκριμένο βασανιστή (ο οποίος στο παρελθόν φέρεται να συνεργάστηκε στενά και με τον στρατηγό Χαφτάρ) διότι από την Τρίπολη διαμηνύθηκε ότι μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα -αν η Ρώμη δεν πειθαρχούσε- ήταν έτοιμα να σαλπάρουν δεκάδες σαπιοκάραβα με μετανάστες. Υπάρχουν πηγές, μάλιστα, οι οποίες υποστηρίζουν ότι στο εσωτερικό της ιταλικής κυβέρνησης, τις ώρες πριν ληφθεί η απόφαση να απελευθερωθεί ο εν λόγω εγκληματίας, ξέσπασε οξύτατη σύγκρουση σχετικά με τη γραμμή που θα έπρεπε να ακολουθηθεί.
Σε ό,τι αφορά την Τζόρτζια Μελόνι, δεν ζητήθηκε η παραπομπή της, διότι δεν εξακριβώθηκε ότι όντως γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Η ίδια, βέβαια, δηλώνει ότι «δεν είναι η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» και ότι «η κυβέρνηση φέρθηκε σωστά, με στόχο να προστατέψει τους Ιταλούς πολίτες». Το θέμα είναι ότι οι Ιταλοί πολίτες -όπως και οι αρμόδιοι εισαγγελείς- θα ήθελαν να μάθουν από ποιον κίνδυνο και με ποιο κόστος αποφάσισε να τους προστατέψει η κυβέρνηση. Βάσει των ισορροπιών στο Κοινοβούλιο, είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί η απόλυτη πλειοψηφία που απαιτείται για να μπορέσουν να δικαστούν μέλη της κυβέρνησης. Οι νέες εξελίξεις, όμως, επαναφέρουν στην επικαιρότητα μια υπόθεση γεμάτη ασάφεια και μυστικές αποφάσεις, τις οποίες η κοινή λογική δυσκολεύεται να κατανοήσει.
