Οι εξαγγελίες τις γαλλικής κυβέρνησης για υπέρογκες περικοπές κοινωνικών δαπανών ύψους 44 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2026, που θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κατάργηση αργιών, παγώμα επιδομάτων, μείωση των δαπανών για την Υγεία, περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις, φανήκε να σηματοδοτεί το πολιτικό τέλος του άλλοτε κεντρώου Γάλλου πρωθυπουργού, Φρανσουά Μπαϊρού, σχολιάζει χαρακτηριστικά το Politico σε εκτενή του ανάλυση.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν και η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν αντέδρασαν σφοδρά, υποστηρίζοντας ότι ήρθε το τέλος του Μπαϊρού με αφορμή το τσουνάμι λιτότητας που σχεδιάζει για τον γαλλικό λαό.
Όμως, καθώς καταλάγιασε ο κουρνιαχτός, έγινε φανερό ότι πίσω από την «τρέλα» του βετεράνου κεντρώου υπήρχε μια κυνική στρατηγική.
Ο Μπαϊρού, όπως εκτιμά το Politico, κατέθεσε τις μαξιμαλιστικές του προτάσεις κατά μεσής του καλοκαιριού και ενώ οι Γάλλοι είναι έτοιμοι να πάνε διακοπές προκειμένου να έχει αρκετό χρόνο να διαπραγματευθείς τις θέσεις του δίχως μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς ο προϋπολογισμός θα αρχίσει να συζητείται από το φθινόπωρο.
Παράλληλα, δεν δίστασε να χρησιμοποίησε τη χώρα μας ως παράδειγμα προς αποφυγή, προκειμένου να κινδυνολογήσει και να ξεπλύνει τις πολιτικές λιτότητας που εισηγείται.
Σε επίπεδο πολιτικών συσχετισμών, ο Μπαϊρού εκτιμά πως η Λεπέν επειδή έχει στραμμένο το βλέμμα της στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, ενδέχεται να εμφανιστεί ως μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη και να μην προχωρήσει σε κάποια προσπάθεια να ρίξει την κυβέρνηση.
Αν και πολλά στελέχη της Εθνικής Συσπείρωσης θα ήθελαν πρόωρες εκλογές, ο Μπαϊρού υπολογίζει ότι η Λεπέν τελικά θα κάνει πίσω, γιατί εξάλλου δε θα μπορεί να θέσει υποψηφιότητα λόγω της καταδίκης της για απάτη.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για τον προϋπολογισμό, ο Μπαϊρού παρέθεσε αρκετά διαπραγματευτικά «τυράκια» προς όλα τα κόμματα.
Το γαλλικό κοινοβούλιο αναμένεται να ξεκινήσει τη συζήτηση των προτάσεων μετά το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών, με την κυβέρνηση να χρειάζεται την στήριξη τουλάχιστον ενός κόμματος της αντιπολίτευσης για να περάσει τον προϋπολογισμό.
Όλα αυτά τα δεδομένα δίνουν στον Μπαϊρού άφθονο χρόνο για να «δουλέψει» τους μετριοπαθείς και να εκμαιεύσει στήριξη.
Ο αντιπερισπασμός με τις αργίες και οι συμμαχίες
Αν υπήρξε μία ανακοίνωση που ξεπέρασε τα όρια, ήταν η πρόταση του Μπαϊρού να καταργήσει δύο αργίες, ενδεχομένως τη Δευτέρα του Πάσχα και την Ημέρα της Νίκης που γιορτάζεται στις 8 Μαΐου στη Δύση. Η πρόταση προκάλεσε σοκ ακόμη και μέσα στο ίδιο του το στρατόπεδο.
Ορισμένοι ηγέτες της αντιπολίτευσης αντιλήφθηκαν ότι πιθανότατα επρόκειτο για «τρικ».
Η επικεφαλής των Πρασίνων, Μαρίν Τοντελιέ, αρχικά αμφισβήτησε την απόφαση του Μπαϊρού να καταργήσει την αργία της 8ης Μαΐου, αλλά αργότερα δήλωσε στο ειδησεογραφικό δίκτυο LCI ότι πρόκειται για παγίδα και αντιπερισπασμό και σημείωσε πως ο Μπαϊρού μπορεί τελικά να κάνει πίσω στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό.
Το γαλλικό κοινοβούλιο, το οποίο προέκυψε από τις πρόωρες εκλογές του περασμένου έτους, είναι βαθιά κατακερματισμένο και χωρίζεται περίπου σε τρεις μεγάλες παρατάξεις: την ακροδεξιά, το κεντρώο μπλοκ που υποστηρίζεται από τον Εμανουέλ Μακρόν, και την αριστερά.
Καμία από αυτές τις παρατάξεις δεν διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία, κάτι που σημαίνει ότι οι δύο άκρες του πολιτικού φάσματος (ακροδεξιά και ριζοσπαστική αριστερά) θα πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους για να ρίξουν την κυβέρνηση.
Ο προκάτοχος του Μπαϊρού, Μισέλ Μπαρνιέ, είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να διαπραγματευτεί με την Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν για να σώσει την κυβέρνησή του.
Ο Μπαϊρού, όμως, επέλεξε διαφορετική στρατηγική: πέτυχε μια προσωρινή συμφωνία τον περασμένο χειμώνα με τους Σοσιαλιστές (το πιο μετριοπαθές κόμμα της αριστερής συμμαχίας), προκειμένου να διατηρήσει την κυβέρνηση όρθια και να περάσει τον φετινό προϋπολογισμό.
Η κυβέρνηση φαίνεται πως ακολουθεί την ίδια προσέγγιση και φέτος, με τον υπουργό Οικονομικών Ερίκ Λομπάρ να δηλώνει στο Bloomberg ότι «πιθανότατα είναι πιο εφικτή» μια συμφωνία με τους Σοσιαλιστές.
Ταυτόχρονα, η Εθνική Συσπείρωση χρειάζεται ισχυρά επιχειρήματα για να αποσταθεροποιήσει την κατάσταση, και η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να της δώσει αυτή την ευκαιρία. Λίγο μετά την ανακοίνωση του σχεδίου για τον προϋπολογισμό, η κυβέρνηση εξασφάλισε επιστροφή κονδυλίων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ένα χρόνιο αίτημα της Εθνικής Συσπείρωσης.
«Θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε σοβαροί και υπεύθυνοι. Εξάλλου, γνωρίζουμε ότι μπορεί να βρεθούμε εμείς στην εξουσία αύριο», δήλωσε αξιωματούχος του κόμματος, λίγο πριν την παρουσίαση του προϋπολογισμού.
Το δίλλημα των σοσιαλιστών
Το βασικό «αίνιγμα», ωστόσο, είναι η στάση που θα κρατίσουν οι Σοσιαλιστές.
Όπως ήταν αναμενόμενο, κατακεραύνωσαν το σχέδιο του Μπαϊρού για λιτότητα, χαρακτηρίζοντάς το άδικο, βίαιο και απαράδεκτο.
Η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος δήλωσε: «Όπως έχουν τα πράγματα, η μοναδική προοπτική είναι η πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης».
Σκληρές δηλώσεις, αλλά έχει σημασία ότι οι Σοσιαλιστές απέφυγαν να ευθυγραμμιστούν με τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις, τους Πράσινους, την Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν και το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ζητούν την άμεση παραίτηση του Μπαϊρού.
Από την τοποθέτηση του Μπαϊρού πέρυσι, το άλλοτε κόμμα του Φρανσουά Ολάντ και του Φρανσουά Μιτεράν ταλαντεύεται ανάμεσα στη σκληρή αντιπολίτευση και τον τίμιο συμβιβασμό. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: σκληρή ρητορική, αλλά όχι πλήρης ρήξη.
Ο σοσιαλιστής βουλευτής Φιλίπ Μπρουν, επικεφαλής των διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό, δήλωσε: «Θα μπορούσαμε τελικά να συμφωνήσουμε να μην ψηφίσουμε πρόταση μομφής,
αλλά για να γίνει αυτό, η κυβέρνηση θα πρέπει να επαναδιαμορφώσει ουσιαστικά την πρότασή της».
Ύστερα από μια δεκαετία εκλογικών καταστροφών, οι Σοσιαλιστές κατάφεραν να επανέλθουν στην πολιτική σκηνή, αμφισβητώντας πλέον την κυριαρχία που είχε αποκτήσει η Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν στην αριστερά.
Ωστόσο, το κόμμα είναι πλέον βαθιά διχασμένο:
Περίπου οι μισοί θέλουν να ακολουθήσουν έναν μετριοπαθή δρόμο
Οι υπόλοιποι πιέζουν για σύμπλευση με την ριζοσπαστική αριστερά
Αν ο Μπαϊρού εξαναγκαστεί σε παραίτηση, ο Μακρόν θα μπορούσε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, ανοίγοντας ξανά μια οδυνηρή εσωτερική συζήτηση για ενδεχόμενες συμμαχίες με την αριστερά.
Και είναι αβέβαιο κατά πόσο οι κεντροαριστεροί είναι πρόθυμοι να ξαναμπούν σε προεκλογικό αγώνα χωρίς πρώτα να επιλύσουν τις μεταξύ τους ρήξεις.
Μια ένδειξη πιθανής συνεννόησης είναι ότι ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλιστών, Μπορίς Βαγιό, δήλωσε πως το κόμμα του θα παρουσιάσει εναλλακτικό σχέδιο εν όψει της κοινοβουλευτικής συζήτησης: «Δεν υπάρχει μόνο ένας δρόμος», έγραψε στο «Χ».
Όμως, πόσες παραχωρήσεις μπορούν να αποσπάσουν οι Σοσιαλιστές από την κυβέρνηση και πού βρίσκονται οι «κόκκινες γραμμές» τους;
Υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας ότι Μπαϊρού και Σοσιαλιστές μπορούν να συμφωνήσουν στη φορολόγηση των πλουσίων.
Παρά τις πιέσεις από το κέντρο και τη δεξιά να αποφευχθούν οι αυξήσεις φόρων, η κυβέρνηση άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εισαχθεί μια εισφορά αλληλεγγύης από τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Κάτι παρόμοιο εφαρμόστηκε και στον φετινό προϋπολογισμό, με αύξηση φόρου 3%-4% για ατομικά εισοδήματα άνω των €250.000 και οικογενειακά άνω των €500.000.
Ο Μπαϊρού δεσμεύτηκε παράλληλα ότι θα καταργήσει φοροαπαλλαγές που δεν έχουν αποδοτικότητα.
Άλλα κόμματα υποπτεύονται ότι οι Σοσιαλιστές ίσως τελικά υποχωρήσουν.
Ο βουλευτής της Εθνικής Συσπείρωσης, Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, δήλωσε στο Politico: «Πρέπει να υπάρχει κάποια συμφωνία με τους Σοσιαλιστές, αυτό εξηγεί τα σοκαριστικά μέτρα που παρουσίασε ο Μπαϊρού».
Αυτή η γενική υπόσχεση ότι οι πλούσιοι θα συνεισφέρουν περισσότερο μπορεί να λειτουργήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί, αν και οι Σοσιαλιστές παραμένουν δύσπιστοι σχετικά με το κατά πόσο οι σύμμαχοι του Μακρόν είναι πρόθυμοι να συγκρουστούν με την οικονομική ελίτ.
Ο αρχηγός του κόμματος, Ολιβιέ Φορ, είπε στο BFMTV: «Αυτό που ζητάμε είναι μια πραγματική συζήτηση.
Προς το παρόν, υπάρχει μόνο ένας “χρυσός κανόνας” που καθοδηγεί αυτή την κυβέρνηση:
Ποτέ μην αγγίζετε τους υπερπλούσιους».
Το παίζουν κουλ οι σύμμαχοι
Κατά την παρουσίαση του δρακόντειου σχεδίου του, ο Μπαϊρού παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί να υπολογίζει με σιγουριά ακόμά και τους ίδιους τους συμμάχους στον κυβερνητικό συνασπισμό, ένα ρίσκο καθόλου αμελητέο.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής, οι σύμμαχοί του είναι οι μόνοι που δεν κατακεραύνωσαν το σχέδιο, γνωρίζοντας ότι μια εποικοδομητική στάση μπορεί να τους φέρει ανταλλάγματα στις καλοκαιρινές διαπραγματεύσεις.
Το δεξιό κόμμα Les Républicains (LR), που αποτελεί μέρος του συνασπισμού που στηρίζει τον Μπαϊρού, αναγνώρισε ορισμένες θετικές πλευρές του σχεδίου του, ειδικά σε ό,τι αφορά τις περικοπές δαπανών.
Κατά τη διάρκεια του υπουργικού συμβουλίου το πρωί της Τετάρτης, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επαίνεσε την κίνηση του Μπαϊρού για τη «γενναιότητα, την τόλμη και τη διαύγεια» που επέδειξε, όπως ανέφερε η κυβερνητική εκπρόσωπος, Σοφί Πριμάς.
Την ίδια ημέρα, ο Λοράν Βοκιέ, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των LR στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, παραδέχθηκε ότι ο προϋπολογισμός «έχει το πλεονέκτημα ότι αναζητά λύσεις», αν και επισήμανε ότι «χρειάζεται διόρθωση και βελτίωση».
Παρόμοιο μήνυμα ήρθε και από το στρατόπεδο του Μακρόν, το οποίο στηρίζει συνολικά το σχέδιο, αλλά αναμένεται να προτείνει κάποιες αλλαγές.
Ο πρώην πρωθυπουργός Γκαμπριέλ Ατάλ, που σήμερα ηγείται του κόμματος του Μακρόν, υποδέχθηκε θετικά το σχέδιο του Μπαϊρού, ιδίως τη δέσμευσή του να προχωρήσει σε περικοπές των επιδομάτων ανεργίας.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Ατάλ αναγνώρισε ότι η θέση του κόμματος «σίγουρα δεν είναι δημοφιλής», αλλά χαρακτήρισε «ανεύθυνες» τις αντιπολιτευόμενες δυνάμεις.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι υποστηρικτές του Μπαϊρού συμφωνούν με το κύμα λιτότητας.
Ένας ακόμη πρώην πρωθυπουργός, ο Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος έχει ήδη ξεκινήσει εκστρατεία για να είναι υποψήφιος στις επόμενες προεδρικές εκλογές, ήταν από τις πιο επικριτικές φωνές του κεντροδεξιού χώρου. «Έχει το προτέρημα ότι λειτουργεί ως σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Όμως, έχει και τα όριά του», δήλωσε ο Φιλίπ στην εφημερίδα Le Parisien προσθέτοντας πως «σχεδόν τίποτα από όσα πρότεινε [ο Μπαϊρού] δεν επιλύει τα δομικά προβλήματα που τροφοδοτούν το έλλειμμα της χώρας».
