Το ερώτημα που απασχολεί από προχθές το βράδυ όλους όσοι παρακολουθούν τα πολιτικά πράγματα στη Γαλλία είναι ένα: ο Εμανουέλ Μακρόν παίζει πόκερ ή αποφάσισε να κάνει χαρακίρι; Και αυτό όχι τόσο επειδή αποφάσισε να προκηρύξει αιφνιδίως πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Το ίδιο έκανε κατά το παρελθόν δύο φορές ο Ντε Γκολ και τις κέρδισε, επίσης δύο φορές ο Μιτεράν και τις κέρδισε, μία φορά ο Σιράκ και τις έχασε. Και οι τρεις προαναφερθέντες όμως προκήρυξαν βουλευτικές εκλογές έχοντας πίσω τους μια εκλογική νίκη και όχι μια εκλογική ήττα όπως ο Μακρόν.
Βεβαίως ένας πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας γνωρίζει ότι η τύχη του δεν εξαρτάται από τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, αλλά των προεδρικών. Οι βουλευτές έρχονται και παρέρχονται, αυτός όχι. Προς τι λοιπόν οι πρόωρες εκλογές;
Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα είναι ότι ούτως ή άλλως ο Μακρόν δεν είχε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και συνεπώς δεν είχε και πολλά να χάσει. Τα τελευταία δύο χρόνια κυβέρνησε την Γαλλία ερήμην της Εθνοσυνέλευσης και όταν δεν μπορούσε να περάσει τα νομοσχέδια που ήθελε τα ενέκρινε μέσω προεδρικών διαταγμάτων, κάνοντας χρήση των δικαιωμάτων που το γαλλικό Σύνταγμα δίνει στον πρόεδρο. Το ίδιο είχε κάνει άλλωστε κατά το παρελθόν και ο Μιτεράν. Το μόνο που φοβόταν ο Μακρόν ήταν η περίπτωση να υπερψηφίσει από κοινού η ριζοσπαστική Αριστερά, η Ακροδεξιά, οι σοσιαλιστές, οι οικολόγοι, οι κομμουνιστές, οι κεντροδεξιοί και οι ανεξάρτητοι βουλευτές πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης του. Τέτοια ανίερη συμμαχία δεν υπήρξε όμως τα τελευταία δύο χρόνια. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη πως δεν είχε τον έλεγχο της Εθνοσυνέλευσης, ίσως ο Εμανουέλ Μακρόν να αποφάσισε τις βουλευτικές εκλογές βλέποντας πως στον χώρο της συνασπισμένης Αριστεράς το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε εσχάτως και η σχετικά ισχυρότερη πολιτική δύναμη δεν είναι πλέον η Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα που με επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου του τον χαρισματικό Γκλιουξμάν ανέβηκε από το 1,8%, που είχε λάβει πριν από δύο χρόνια στις προεδρικές εκλογές, στο 14% στις ευρωεκλογές αφήνοντας πέντε μονάδες πίσω την Ανυπότακτη Γαλλία.
Αν αυτό αποτυπωθεί και στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, τότε ο Μακρόν ενδέχεται να έχει στο μυαλό του ότι ίσως υπάρχουν κάποια περιθώρια συνεργασίας με δυνάμεις της Αριστεράς, τα οποία δεν υπήρχαν όταν ο Μελανσόν είχε τον πρώτο λόγο. Αλλωστε τα πλέον αντιλαϊκά μέτρα, όπως η αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού, έχουν πλέον δρομολογηθεί και το γεγονός ότι από το κόμμα του Μακρόν έσπευσαν να ανακοινώσουν πως δεν θα κατεβάσουν υποψήφιους βουλευτές στις μονοεδρικές περιφέρειες που ελέγχουν τα άλλα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου» μάλλον ενισχύει την υπόθεση των προνομιακών σχέσεων που θα ήθελε να έχει η παράταξη Μακρόν με τους σοσιαλιστές και ίσως τους οικολόγους.
Ταυτόχρονα ο Μακρόν είναι σαφές ότι επιθυμεί να προσδώσει στις βουλευτικές εκλογές τον χαρακτήρα ενός «αντιφασιστικού δημοψηφίσματος», γνωρίζοντας ότι η πλειονότητα των Γάλλων απεχθάνεται την οικογένεια Λεπέν και τις ιδέες της και ότι εδώ και δεκαετίες υπερψηφίζει τον αντίπαλό της όποιος και αν είναι αυτός. Και αυτού του είδους η μετωπική αντιπαράθεση έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα εκλογικό σύστημα με 577 μονοεδρικές περιφέρειες, όπου στον δεύτερο γύρο αναμετρώνται μόνο δύο κόμματα, το πρώτο με το δεύτερο του πρώτου γύρου.
Το 2022 το κόμμα της Μαρίν Λεπέν ήταν παρόν στον δεύτερο γύρο σε περίπου 200 περιφέρειες και κέρδισε σχεδόν τις μισές. Μόνο που τότε είχε και σχεδόν το μισό ποσοστό από αυτό που έλαβε προχθές στις ευρωεκλογές. Και αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για να ανησυχεί κανείς μήπως τελικά το πόκερ του Μακρόν γίνει χαρακίρι.
