Δύο από τα τρία μεγαλύτερα ιταλικά συνδικάτα, το Cgil και το Uil, κατεβαίνουν σήμερα σε γενική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού που παρουσίασε η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι.
Η θέση των συνδικάτων είναι ότι ο νέος προϋπολογισμός δεν περιέχει καμία ουσιαστική βοήθεια προς τις ιταλικές οικογένειες, αφού η φορολογική πίεση παραμένει στα ίδια επίπεδα, ο τομέας της δημόσιας υγείας δεν τυγχάνει της πρέπουσας στήριξης (οι λίστες αναμονής των νοσοκομείων αυξάνονται διαρκώς) και η δεξιά κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε αύξηση του ΦΠΑ ακόμη και στις πάνες των μωρών.
Η σημερινή κινητοποίηση ήταν αιτία μιας νέας, έντονης σύγκρουσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων με την κυβέρνηση Μελόνι. Ο γραμματέας της Λέγκας και υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Ματέο Σαλβίνι, διέταξε πολιτική επιστράτευση όλων των εργαζομένων στα δημόσια μέσα μεταφοράς, αναγκάζοντας το Cgil και το Uil να μειώσουν την απεργία στον συγκεκριμένο τομέα από οκτώ σε τέσσερις ώρες.
Ο Σαλβίνι αναφέρθηκε στην ανάγκη «να μην ταλαιπωρούνται άσκοπα οι πολίτες» και επέμεινε ότι «οκτώ στις δέκα απεργίες στην Ιταλία γίνονται το Σάββατο ή τη Δευτέρα, για να επιμηκυνθεί, ουσιαστικά, η ξεκούραση του Σαββατοκύριακου».
Η απόφαση πολιτικής επιστράτευσης έφτασε ύστερα από γνωμοδότηση της ανεξάρτητης «επιτροπής εγγύησης», η οποία απαρτίζεται από νομικούς και εργατολόγους που επιλέγονται από τους προέδρους της Βουλής και της Γερουσίας. Η συγκεκριμένη αρχή πρέπει να κρίνει αν –εκτός από το δικαίωμα στην απεργία– υπάρχει σεβασμός και σε βασικά ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπερίσχυσε η άποψη ότι η απεργία δεν οργανώθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους εργασιακούς τομείς και σε όλες τις περιοχές της χώρας και, κατά συνέπεια, «έπρεπε να επανακαθοριστεί».
Επειτα από μεγάλο προβληματισμό, τα συνδικάτα αποφάσισαν να περιορίσουν τη διάρκεια της απεργιακής κινητοποίησης στα μέσα μεταφοράς, αλλά έκριναν «απαράδεκτη και επικίνδυνη» την κίνηση του Σαλβίνι, προσθέτοντας ότι, με τον τρόπο αυτό, στην πραγματικότητα προσπαθεί να κρύψει την αποτυχία της Λέγκας και της κυβέρνησης, οι οποίες ξέχασαν τις προεκλογικές δεσμεύσεις τους. Με αναφορά, για παράδειγμα, στην υπόσχεση της Λέγκας να καταργήσει τον νόμο που αύξησε, πριν από δέκα χρόνια, τα όρια συνταξιοδότησης.
Οι Ιταλοί συνδικαλιστές, παράλληλα, θεωρούν ότι η κρίση της συγκεκριμένης «επιτροπής εγγύησης» δεν είναι αμερόληπτη, διότι τα μέλη της επελέγησαν τον περασμένο Ιούνιο από τους νέους, κεντροδεξιούς προέδρους του Κοινοβουλίου.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός, από την οποία το Cgil και το Uil είχαν ζητήσει να παρέμβει και να ζητήσει από τον Σαλβίνι να κάνει πίσω, δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση. Περιορίστηκε μόνο στο να δηλώσει ότι δεν εννοεί να αλλάξει τη νομοθεσία που αφορά το δικαίωμα στην απεργία, αλλά ότι «ο Σαλβίνι δεν προχώρησε σε πολιτική επιλογή, αλλά βασίστηκε μόνο σε οδηγίες που δόθηκαν από μια ανεξάρτητη αρχή». Είναι σαφές ότι η αναμέτρηση της κυβέρνησης της Ρώμης με τον χώρο του συνδικάτου έχει πολύ μέλλον ακόμη…
