«Η Τουρκία συνέχισε να απομακρύνεται από την ΕΕ και δεν ανέστρεψε την αρνητική τάση σε σχέση με τις μεταρρυθμίσεις, παρά τις επανειλημμένες δηλώσεις της περί δέσμευσής της για προσχώρηση στην ΕΕ».
Με αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η έκθεση της Κομισιόν για την Τουρκία σχετικά με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην έκθεση που δημοσιεύεται σήμερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρεται στην στάση του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν απέναντι στη Χαμάς μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 7ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ, στη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά και στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως της μόνης αποδεκτής από την ΕΕ λύσης στο Κυπριακό.
Η Επιτροπή περιγράφει με ειλικρίνεια την κατάσταση: «Υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών της Τουρκίας. Οι διαρθρωτικές ελλείψεις του προεδρικού συστήματος παρέμειναν σε ισχύ», σημειώνεται. Και συνεχίζει: «Οι σοβαρές ανησυχίες της ΕΕ σχετικά με τη συνεχιζόμενη επιδείνωση των δημοκρατικών προτύπων, του κράτους δικαίου, της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν αντιμετωπίστηκαν», αναφέρεται, παρόλο που τονίζεται ότι «η Τουρκία παραμένει βασικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία παραμένουν σε αδιέξοδο, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Ιουνίου 2018, όπως επαναλαμβάνονται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2022. «Η ΕΕ έχει στρατηγικό ενδιαφέρον για ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο και για την ανάπτυξη μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης με την Τουρκία», υπογραμμίζεται.
Όσον αφορά τις σχέσεις καλής γειτονίας και την περιφερειακή συνεργασία, στην εισαγωγή γίνεται αναφορά και στο ότι «η επιδίωξη του διαλόγου καλή τη πίστει και η αποχή από μονομερείς κινήσεις που αντιβαίνουν των συμφερόντων της ΕΕ και παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών μελών της ΕΕ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο και την ανάπτυξη μιας σχέσης συνεργασίας, αμοιβαία επωφελούς, μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας».
Στο ίδιο τμήμα της έκθεσης αναφέρεται μεταξύ άλλων και η βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας μετά τους σεισμούς του Φεβρουαρίου του 2023, και τη μείωση των παραβιάσεων του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων της Ελλάδας.
Αναλυτικές είναι οι αναφορές στο Κυπριακό. «Η Τουρκία, κατά τη διάρκεια αναφοράς της έκθεσης, δεν προέβη σε καμία μη εγκεκριμένη γεώτρηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Συνέχισε να αρνείται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και επανειλημμένα υποστήριξε λύση δύο κρατών στην Κύπρο, σε αντίθεση με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ», καταγράφεται.
Στο κείμενο της επικοινωνίας που συνοδεύει τις εκθέσεις τονίζεται επί λέξη η σημασία όπως η Τουρκία «δεσμευτεί και συνεισφέρει ενεργά στις διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη, συνολική και βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα», σύμφωνη με τα σχετικά ψηφίσματα του ΣΑ του ΟΗΕ, καθώς και το κοινοτικό κεκτημένο και τις αρχές της ΕΕ.
Σημαντικές αναφορές στο κείμενο της έκθεσης αποτελούν η αναφορά στο ότι η Τουρκία «συνέχισε την στρατικοποίηση της κατεχόμενης περιοχής» μέσω της αναβάθμισης της στρατιωτικής βάσης για drones στο Λευκόνοικο και της ναυτικής βάσης στο Μπογάζι, καθώς και αναφορά στα επεισόδια στην Πύλα, και την κατάσταση στην περιοχή των Βαρωσίων.
Προστίθεται ακόμα πως η Τουρκία συνέχισε τις στρατιωτικές ασκήσεις στις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου και παραβιάζει τον εναέριο χώρο της, ενώ σε αυτό το σημείο γίνεται η αναφορά στην αναβάθμιση της βάσης για drones στο Λευκόνοικο και της ναυτικής βάσης στο Μπογάζι, καθώς και σε συνέχιση παρενοχλήσεων σε κυπριακά αλιευτικά σκάφη.
Στο κείμενο της έκθεσης γίνεται αναφορά στο ότι η Τουρκία «κατ’ επανάληψη υποστήριξε τη λύση δύο κρατών στην Κύπρο» σε αντίθεση με τα σχετικά ψηφίσματα των ΗΕ, καθώς και στην απόφαση του Οργανισμού Τουρκογενών Κρατών να δεχθεί την «ΤΔΒΚ» ως παρατηρητή. Προστίθεται ακόμα ότι «η όποια ενέργεια για διευκόλυνση ή στήριξη με όποιον τρόπο στη διεθνή αναγνώριση της Τουρκοκυπριακής αποσχιστικής οντότητας πλήττει σοβαρά τις προσπάθειες» της δημιουργίας της κατάλληλης ατμόσφαιρας για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις.
Ειδικότερα όσον αφορά την Κύπρο, στην έκθεση υπογραμμίζεται πως η ΕΕ αναμένει από την Τουρκία, βάσει του διαπραγματευτικού πλαισίου για την ένταξή της καθώς και σχετικές δηλώσεις από το Συμβούλιο, «να υποστηρίξει ενεργά τις διαπραγματεύσεις» για λύση «εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών, κατά τρόπο σύμφωνο με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ και κατά τρόπο ευθυγραμμισμένο με τις αρχές πάνω στις οποίες ιδρύθηκε η ΕΕ και το κοινοτικό κεκτημένο».
Ωστόσο, η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας του 2016 «συνέχισε να παράγει αποτελέσματα και παρέμεινε το βασικό πλαίσιο συνεργασίας για τη μετανάστευση», αλλά η Τουρκία καλείται να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Στα θετικά της έκθεσης σημειώνεται ότι «η Τουρκία συνέχισε τις αξιοσημείωτες προσπάθειές της για τη φιλοξενία 3,6 εκατομμυρίων προσφύγων από τη Συρία και άλλες χώρες. Η ΕΕ έχει κινητοποιήσει σχεδόν 10 δισ. ευρώ για τη στήριξη των προσφύγων και των κοινοτήτων υποδοχής από το 2012. Η Επιτροπή συνέχισε να εφαρμόζει τη συμπληρωματική δέσμη μέτρων ύψους 3 δισ. ευρώ που καλύπτει την περίοδο 2021-2023, παρέχοντας βοήθεια σε τομείς όπως οι βασικές ανάγκες, η διαχείριση των συνόρων, η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη, η προστασία και η κοινωνικοοικονομική στήριξη».
Σημειώνεται πως η τήρηση της συμφωνίας επανεισδοχής «προς όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ» συνεχίζει να εκκρεμεί. Σημειώνεται πως μετά την μεγάλη αύξηση των παράτυπων αφίξεων το 2022, κατά το πρώτο μισό του 2023 οι παράτυπες αφίξεις από την Τουρκία μειώθηκαν σε σχέση με το 2022, κατά 42% όσον αφορά τις αφίξεις στις ελεύθερες περιοχές μέσω της Πράσινης Γραμμής.
«Η κατάσταση στη νοτιοανατολική περιοχή παρέμεινε ανησυχητική, ιδίως μετά τους σεισμούς του Φεβρουαρίου 2023. Η τουρκική κυβέρνηση διεξήγαγε επιχειρήσεις ασφαλείας και στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και τη Συρία. Οι παραμεθόριες περιοχές αντιμετώπισαν κίνδυνο για την ασφάλεια με τρομοκρατικές επιθέσεις από το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο των τρομοκρατικών ομάδων της ΕΕ. Η κυβέρνηση έχει το νόμιμο δικαίωμα και την ευθύνη να καταπολεμήσει την τρομοκρατία, αλλά είναι σημαντικό να το πράττει σε πλήρη συμμόρφωση με τις αρχές του κράτους δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες», τονίζεται.
«Τα αντιτρομοκρατικά μέτρα πρέπει να είναι αναλογικά. Δεν υπήρξε πρόοδος στην επανάληψη μιας αξιόπιστης πολιτικής ειρηνευτικής διαδικασίας για την επίλυση του κουρδικού ζητήματος. (…)Η ΕΕ καταδίκασε απερίφραστα τις επιθέσεις του PKK και εξέφρασε την αλληλεγγύη της στις οικογένειες των θυμάτων. Η Τουρκία συνέχισε να πραγματοποιεί αεροπορικές επιδρομές κατά του PKK και των συνδεδεμένων με αυτό ομάδων στη βόρεια Συρία και το Ιράκ».
Όσον αφορά την κρίση στη Μέση Ανατολή, αναφορά στη στάση της Τουρκίας γίνεται τόσο στην επικοινωνία που συνοδεύει τις εκθέσεις για την κάθε υποψήφια προς ένταξη χώρα, όσο και στην ίδια την έκθεση. Συγκεκριμένα, στην έκθεση σημειώνεται πως έγινε «μηδενική πρόοδος» στον συντονισμό της Τουρκίας με την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της ΕΕ, μεταξύ άλλων λόγω της μη ευθυγράμμισης με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά και λόγω του ότι «η ρητορική της υπέρ της τρομοκρατικής ομάδας Χαμάς» βρίσκεται σε διάσταση με την προσέγγιση της ΕΕ.
