Την δεινή θέση στην οποία βρίσκονται οι ουκρανικές δυνάμεις, την ώρα που η βοήθεια από τη Δύση είτε καθυστερεί είτε τίθεται εν αμφιβόλω περιγράφει σε εκτενές ρεπορτάζ της η La Repubblica.
Ενώ το αιματοκύλισμα στα μέτωπα συνεχίζεται, οι εξελίξεις εντός ΗΠΑ, αλλά και σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό, καθώς το Κίεβο αναζητά πολεμοφόδια προκειμένου να αμυνθεί.
«Κανένας δεν πιστεύει πια σε μια ουκρανική νίκη» σχολιάζει η εφημερίδα, καταγράφοντας ότι η σταδιακή επιδείνωση του καιρού φέρνει στο προσκήνιο ένα νέο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο ο πόλεμος θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως την άνοιξη και το Κίεβο χρειάζεται όπλα για να συνεχίσει τη μάχη.
Για την ακρίβεια θα χρειαστεί πολύ μεγάλη ενίσχυση, καθώς ο Πούτιν μπορεί να ανανεώσει ταχύτατα το οπλοστάσιό του.
Όμως, σημειώνει η Repubblica, αυτή τη φορά οι σύμμαχοι της Ουκρανίας αντιμετωπίζουν προβλήματα παραγωγικής, οικονομικής και πολιτικής φύσης που είναι δύσκολο να επιλυθούν.
Το πιο επείγον είναι το βιομηχανικό και σχετίζεται με την παραγωγή και προμήθεια πολεμοφοδίων (σφαίρες, πυραύλους, βλήματα κλπ), όμως η Δύση ξεμένει από αποθέματα. «Βλέπουμε τον πάτο του βαρελιού» είπε με ωμότητα ο ναύαρχος Ρομπ Μπάουερ, στρατιωτικός διοικητής του NATO.
Από την Ουάσιγκτον στη Ρώμη οι ανώτεροι αξιωματικοί είναι ξεκάθαροι: έχουν απομείνει τα ελάχιστα αποθέματα που είναι απαραίτητα για την εθνική ασφάλεια.
Η La Repubblica σημειώνει ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου τα εργοστάσια που παρασκεύαζαν σφαίρες σχεδόν διαλύθηκαν και τώρα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα πυρομαχικά που προμηθεύεται η Ουκρανία.
Για παράδειγμα οι ΗΠΑ που προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν τα εργοστάσιά τους παράγουν περίπου 20 χιλιάδες φυσίγγια τον μήνα, αριθμός που καταναλώνεται στα χαρακώματα της Ζαπορίζια μέσα σε δύο με τρεις ημέρες. Η Κομισιόν έχει χρηματοδοτήσει ένα πρόγραμμα για να ανοίξουν περισσότερα εργοστάσια, που δεν θα μπορέσουν να βοηθήσουν πριν από το τέλος του 2024 και άρα να επηρεάσουν την έκβαση του πολέμου.
Οι αντιπρόσωποι του Πενταγώνου χτύπησαν όλες τις πόρτες, αγόρασαν πυρομαχικά από το Πακιστάν, μετέφεραν άλλα που είχαν κατασχεθεί από ιρανικά εμπορικά πλοία, χρηματοδότησαν προγράμματα «αναζωογόνησης» βλημάτων από τη δεκαετία του 1950.
Υπάρχουν, βέβαια, δύο χώρες που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την ουκρανική ζήτηση για τα ουκρανικά πολυβόλα. Η Νότια Κορέα έχει γεμάτες αποθήκες υπό τον φόβο του Κιμ Γιονγκ Ουν, ωστόσο δεν έχει λυγίσει στις πιέσεις από την Ουάσιγκτον. Η δεύτερη χώρα είναι η Αίγυπτος που κατασκευάζει και πυρομαχικά συμβατά και με νατοϊκά και με σοβιετικά όπλα, με το Κίεβο να χρειάζεται και τα δύο. Επισήμως ο Σίσι παραμένει ουδέτερος, παρά τις αμερικανικές προσπάθειες να τον μεταπείσουν.
Στον αντίποδα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει πολλαπλασιάσει τις γραμμές εφοδιασμού, λαμβάνοντας πυραύλους από την Τεχεράνη και ελπίζοντας ότι η Βόρεια Κορέα θα τον στηρίξει.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι τα αντιαεροπορικά με τον πρόεδρο Ζελένσκι να θέτει το ζήτημα στη συνάντηση της Γρανάδας, εδώ όμως το πρόβλημα είναι οικονομικό: Οι πύραυλοι εδάφους αέρος έχουν πολύ μεγάλο κόστος. Για παράδειγμα οι Aster που δώρισαν η Ιταλία και Γαλλία κοστίζουν σχεδόν 2,5 εκατομμύρια ευρώ. Κάθε νύχτα οι Ουκρανοί εκτοξεύουν δεκάδες για να προστατεύσουν τις πόλεις από τα αμέτρητα χαμηλού κόστους ρωσικά drones. Οι σύμμαχοι του Κιέβου προσπαθούν να αντισταθμίσουν την κατάσταση δωρίζοντας παλαιότερα όπλα που αναβαθμίζονται, όμως τα αποτελέσματα δεν είναι τα επιθυμητά και το Κίεβο πιέζει για σύγχρονους πυραύλους.
Ποιος πληρώνει όμως; Για την Ιταλία η προμήθεια με πυραύλους για τα Samp-T την άνοιξη σημαίνει ότι θα πρέπει να ξοδευτούν περισσότερα από εκατό εκατομμύρια και να φτάσουν τα εθνικά αποθέματα κάτω του μετρίου.
Το τελευταίο ζήτημα είναι το πιο ευαίσθητο πολιτικά και αφορά στο αίτημα Ζελένσκι για πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Η προεδρία Μπάιντεν, παρότι δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις, φέρεται να έχει ξεμπλοκάρει τις παραδόσεις των Atacms, με την Ουκρανία να υπόσχεται ότι δεν θα επιτεθεί σε ρωσικά εδάφη, αλλά θα τους χρησιμοποιήσει κατά της Κριμαίας, που θεωρεί ουκρανικό έδαφος. Τις τελευταίες δύο ημέρες έχουν πετύχει ισχυρά πλήγματα χάρη στους πυραύλους “Storm Shadow” από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Πέρα, όμως, από το κόστος εκατομμυρίων, σημαντικό είναι και το αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και οι επιπτώσεις στις εκλεγμένες κυβερνήσεις των συμμάχων του Κιέβου.
Εντός της κυβέρνησης Μελόνι, λέει η La Repubblica, οι ισορροπίες είναι οριακές, καθώς ο Ματέο Σαλβίνι ήταν εξ αρχής υποστηρικτής της προσάρτησης της Κριμαίας.
Αυτά είναι μερικά κομμάτια της στρατηγικής εικόνας που θα μπορούσε να καθορίσει την έκβαση του πολέμου και η Ουκρανία βρίσκεται εξαρτημένη από την διεθνή υποστήριξη. Εάν αυτή εξασθενήσει, οι Ρώσοι θα μπορέσουν να φτάσουν έως το Κίεβο ξανά.
