ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανώλης Σπινθουράκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι χορογραφίες στην κορυφή της Ευρώπης, δηλαδή η επιλογή των προέδρων των θεσμικών της οργάνων, ήταν, είναι και θα είναι ένα παιχνίδι πολιτικών συμβιβασμών και γεωγραφικών ισορροπιών ανάμεσα στις εθνικές κυβερνήσεις.

Στην προϊστορική φάση της ενωμένης Ευρώπης, δηλαδή κατά τον προηγούμενο αιώνα, τα πράγματα ήταν μάλλον απλά. Υπήρχαν δύο μεγάλες πολιτικές οικογένειες -το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές- και δύο γεωγραφικοί πόλοι -ο Βορράς και ο Νότος- που έπρεπε να συμφωνήσουν για δύο προεδρίες: της Επιτροπής και της Ευρωβουλής. Κατά τον τρέχοντα αιώνα τα πράγματα έγιναν πιο σύνθετα. Προστέθηκαν ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο πρόεδρος του Eurogroup, ο λεγόμενος υπουργός Εξωτερικών, νέες πολιτικές οικογένειες και επιπλέον γεωγραφικές ενότητες. Παρ’ όλα αυτά η ουσία παραμένει η ίδια. Κάθε πέντε χρόνια τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. καλούνται να συμφωνήσουν για τη νέα χορογραφία κορυφής λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τόσο τους πολιτικούς συσχετισμούς όσο και τα γεωγραφικά δεδομένα.

Αυτό θα συμβεί και του χρόνου τέτοια εποχή, οπότε η Ε.Ε. θα κληθεί να επιλέξει τους επικεφαλής της ώς το 2029.

Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια υπήρξε βεβαίως μια καινοτομία, η οποία δεν ευδοκίμησε. Για πρώτη -και τελευταία- φορά δημιουργήθηκε η εντύπωση πως τον νέο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα τον εκλέγουν οι λαοί της Ευρώπης, χωρίς αυτό να είναι αληθές. Και δεν ήταν αληθές διότι το 2014 ήταν εκ των προτέρων δεδομένο ότι η παράταξη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος θα εξέλεγε τους περισσότερους ευρωβουλευτές και ότι πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα γινόταν ο κεντροδεξιός Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, όπως είχαν προεκλογικά τότε συμφωνήσει η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ με τον Γάλλο πρόεδρο Ολάντ. Ετσι το πείραμα του 2014, που μεταξύ άλλων έκανε τον Αλέξη Τσίπρα πασίγνωστο στην Ευρώπη, δεν επαναλήφθηκε. Το 2014 ήταν επίσης η τελευταία φορά που τηρήθηκε η συμφωνία η οποία όριζε πως ο πρόεδρος της Επιτροπής θα πρέπει να έχει διατελέσει πρωθυπουργός κράτους-μέλους. Μια άτυπη συμφωνία που έγινε μετά τη θητεία του Ζακ Ντελόρ και κράτησε 25 χρόνια. Μέχρι που έφτασε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Σε ό,τι αφορά το τι μέλλει γενέσθαι το 2024, το μόνο ασφαλές νέο δεδομένο που υπάρχει είναι η ορμητική είσοδος στο ευρωπαϊκό πολιτικό προσκήνιο ακόμη μιας παράταξης: της κυβερνώσας Ακροδεξιάς, η οποία ήδη βρίσκεται στα πράγματα στην Ιταλία με την Τζόρτζια Μελόνι, αλλά και στην Πολωνία και στην Τσεχία και στην Ουγγαρία…

Μια ακροδεξιά παράταξη η οποία, σύμφωνα με τις υπάρχουσες δημοσκοπήσεις, δεν αποκλείεται στις ερχόμενες ευρωεκλογές να υπερκεράσει σε αριθμό εδρών τους Φιλελεύθερους του Μακρόν και του Ρούτε και να γίνει αυτή η τρίτη δύναμη της Ευρωβουλής, πίσω από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και τους Σοσιαλιστές. Πρόκειται για μια παράταξη που έχει τον λαϊκισμό στο DNA της και η οποία μεταξύ πολλών άλλων υπόσχεται πως θα απαλλάξει τους Ευρωπαίους πολίτες από το μεταναστευτικό ζήτημα αλλά και από τις δαπάνες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Και όλα αυτά σε μια Ευρώπη που μαστίζεται από την υπογεννητικότητα, δεν έχει εργατικά χέρια και βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια προς την οικολογική καταστροφή.

Toύτου δοθέντος, καθοριστικής σημασίας ζήτημα για την πολιτική πορεία της Ευρώπης από το 2024 και μετά είναι το τι θα πράξει η παραδοσιακή ευρωπαϊκή Δεξιά, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ). Ενα κόμμα-συνονθύλευμα, το οποίο ναι μεν ιστορικά αυτοπροσδιορίζεται ως «η καρδιά της Ευρώπης», πλην όμως τα τελευταία χρόνια φλερτάρει ανοιχτά με την Ακροδεξιά και τις ιδέες της και όχι, για παράδειγμα, με τους Σοσιαλδημοκράτες ή τους Φιλελεύθερους. Πόσο μάλλον όταν στους κόλπους της Αριστεράς και των Οικολόγων δείχνει να κυριαρχεί η άποψη πως για να καλυφθούν οι πελώριες δαπάνες που κρίνονται απαραίτητες για τη διακοπή της υπερθέρμανσης του πλανήτη, θα πρέπει απαραιτήτως να φορολογηθεί γενναία ο πολύ μεγάλος πλούτος, τον οποίο ωστόσο ουδέποτε φθόνησε το ΕΛΚ. Το γεγονός εξάλλου ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι στην αντιπολίτευση σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ολλανδία, όπου κυριαρχούν οι Φιλελεύθεροι, αλλά και σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ισπανία, όπου -προς το παρόν τουλάχιστον- κυριαρχούν οι Σοσιαλιστές, δεν αποκλείεται να ενισχύσει τις ροπές του για συνεργασία με την Ακροδεξιά στην Ευρώπη. Αλλωστε οι συχνές επαφές εσχάτως του προέδρου του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, με την Τζόρτζια Μελόνι γι’ αυτό προϊδεάζουν.

Σε ό,τι αφορά, τέλος, την Ελλάδα θα εξακολουθήσει -πλην απροόπτου- να είναι η μόνη από τις δέκα παλαιότερες και πληθυσμιακά μεγαλύτερες χώρες της Ε.Ε. που ουδέποτε κατάφερε να δει άτομο από το δικό της πολιτικό προσωπικό σε ηγετικό πολιτικό «πόστο» της Ευρώπης. Πλησιάζοντας στον μισό αιώνα από την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, σκόπιμο αναμφίβολα είναι αυτή η αρνητική διάκριση κάποια στιγμή να σταματήσει. Αλλωστε στα ηγετικά κλιμάκια των Βρυξελλών, αλλά και σε σημαντική μερίδα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η εικόνα της Ελλάδας, μετά τις περιπέτειες της προηγούμενης δεκαετίας, είναι μάλλον εξωραϊσμένη, και αυτό δεν είναι άνευ σημασίας.

Οπως επίσης δεν είναι άνευ σημασίας και το αυξημένο ειδικό πολιτικό βάρος της Νέας Δημοκρατίας στο πλαίσιο του ΕΛΚ. Και αυτό όχι τόσο λόγω του αριθμού των ευρωβουλευτών της Ν.Δ., αλλά κυρίως λόγω του ότι η Ρουμανία και στη συνέχεια η Ελλάδα είναι κατά την παρούσα συγκυρία οι δύο σημαντικότερες πληθυσμιακά χώρες των οποίων οι πρωθυπουργοί εκπροσωπούν το ΕΛΚ στις συνόδους των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ε.Ε. Το αυξημένο πολιτικό βάρος της Ν.Δ. στο ΕΛΚ δεν συνεπάγεται βεβαίως και δυνατότητα επιβολής προσώπων και μάλιστα χωρίς κάποια προεργασία. Το κύριο πάντως στην παρούσα φάση είναι με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει το ΕΛΚ, εντός του οποίου η άποψη που βαραίνει περισσότερο είναι αυτή των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι θα ήθελαν μια δεύτερη θητεία για την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην προεδρία της Επιτροπής. Επιδίωξη που βρίσκει φυσικά σύμφωνο και τον καγκελάριο Ολαφ Σολτς.

Από την άλλη βέβαια εδώ και είκοσι χρόνια η πολιτική διοίκηση της Ευρώπης ανήκει στο ΕΛΚ. Ο Ζακ Ντελόρ ήταν ο τελευταίος πρόεδρος της Επιτροπής που προήλθε από τους Σοσιαλιστές, οι οποίοι δεν αποκλείεται του χρόνου -αναλόγως του εκλογικού αποτελέσματος- να αποφασίσουν να διεκδικήσουν το μερίδιο της εξουσίας που τους αναλογεί. Αν αυτό συμβεί, είναι βέβαιο πως χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία θα μπορούσαν να παρουσιάσουν ισχυρές υποψηφιότητες. Από την Ελλάδα μια υποψηφιότητα από αυτόν τον πολιτικό χώρο που πληροί τις αναγκαίες ευρωπαϊκές προδιαγραφές θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Οι πιθανότητες επιτυχίας είναι φυσικά λιγοστές. Ωστόσο κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά και ένα ελληνικό όνομα, ανοίγοντας ενδεχομένως νέους δρόμους αναφορικά με τη συμμετοχή Ελλήνων στα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας.