Εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της ΕΕ κάθονται στο τραπέζι των συζητήσεων σήμερα -για άλλη μία φορά- προκειμένου να εισάγουν τις τελευταίες λεπτομέρειες σχετικά με τον επικείμενο Ευρωπαϊκό Νόμο για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης. Σύμφωνα με την Κομισιόν, πρόκειται για έναν ιστορικό νόμο που για πρώτη φορά θα κατοχυρώσει βασικές άμυνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της πολυφωνίας και της ανεξαρτησίας των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων σε ολόκληρη την Ένωση.
Όμως παρασκηνιακά, -εδώ και μήνες- η Γαλλία κάνει μέχρι το τελευταίο λεπτό κάθε προσπάθεια να υπονομεύσει τον Νόμο και να τροποποιήσει το πνεύμα του κειμένου προς μια πιο αντιδραστική κατεύθυνση, που θα άφηνε στην ουσία πλήρως εκτεθειμένους τους δημοσιογράφους σε παράνομες και παρακολουθήσεις και «νόμιμες επισυνδέσεις» (κατά την κυβέρνηση της ΝΔ). Στην προκειμένη, η Γαλλία θέλει να εισαγάγει μια γενική εξαίρεση για το σύνολο του νόμου για την ελευθερία των Μέσων επικαλούμενη λόγους «εθνικής ασφάλειας».
Το Παρίσι πιέζει επίσης για μεγαλύτερες εξαιρέσεις που θα επιτρέψουν στις μυστικές υπηρεσίες των κυβερνήσεων να εγκαταστήσουν λογισμικό παρακολούθησης στα τηλέφωνα των δημοσιογράφων, αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκεί στην κυβέρνηση Μακρόν το υπουργείο Εσωτερικών και οι υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας, σύμφωνα με διπλωμάτες και άτομα κοντά στις συνομιλίες.
Η γαλλική ενέργεια έρχεται τη στιγμή που η Γερουσία της χώρας ψήφισε νόμο που επιτρέπει στην κυβέρνηση να «ενεργοποιεί εξ αποστάσεως» τα μικρόφωνα και τις κάμερες των smartphone και των υπολογιστών για να κατασκοπεύει στόχους, όπως ανέφερε η εφημερίδα Le Monde.
Κι αυτό δεν κάνει εντύπωση, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που η γαλλική κυβέρνηση «χτυπάει» τα δικαιώματα των δημοσιογράφων, των πολιτών και την ελευθερία του λόγου και του Τύπου, καθώς το 2022 ψήφισε στη βουλή τον λεγόμενο νόμο «Καθολικής Ασφαλείας» που αφορούσε στην αστυνομική καταστολή στις διαδηλώσεις, και προβλέπει την ποινική δίωξη όσων τραβούν με το κινητό τους ή άλλα μέσα πλάνα από επιθέσεις και βιαιότητες εκ μέρους της αστυνομίας. Ο νόμος έχει σαφή στόχο να «θάψει» τις θηριωδίες της γαλλικής αστυνομίας κατά των διαδηλωτών, καθώς αποκαλύπτονταν κυρίως από βίντεο που τραβούσαν πολίτες και ύστερα αναρτούσαν στα social media, εκθέτοντας την κυβέρνηση και τις αρχές.
Ο νόμος είχε προκαλέσει τότε σφοδρές αντιδράσεις από μεγάλη μερίδα Γάλλων πολιτών, με μαζικότατες διαδηλώσεις να λαμβάνουν και χαρακτήρα σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής.
Με τη γνωστή συνταγή «εθνικής ασφάλειας» εις βάρος δημοκρατικών ελευθεριών
Αναφορικά με το τρέχον νομοσχέδιο της Κομισιόν, η αρχική πρόταση της Επιτροπής επεδίωκε να διασφαλίσει ότι οι κυβερνήσεις «δεν θα μπορούσαν να έχουν τη δικαιοδοσία να επιβάλουν κυρώσεις, να υποκλέψουν, να θέτουν σε παρακολούθηση ή να ερευνήσουν και να συλλάβουν» δημοσιογράφους για να αποκαλύψουν τις πηγές τους, εκτός εάν «δικαιολογείται από μια επιτακτική ανάγκη για το δημόσιο συμφέρον».
Οι εξαιρέσεις αναφέρονται σε περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να καταστεί αναγκαία μια τέτοια επιτήρηση για τη διερεύνηση «σοβαρών εγκλημάτων», τα οποία η Επιτροπή απαριθμούσε ως τρομοκρατία, εμπορία ανθρώπων ή όπλων, εκμετάλλευση παιδιών, φόνο ή βιασμό, για παράδειγμα.
Αλλά η Γαλλία πίεσε για μια πολύ πιο σοβαρή αντισραστική στροφή εις βάρος των δημοσιογράφων, η οποία αν υιοθετηθεί και ψηφισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο των Βρυξελλών θα αφήνει πρακτικά έρμαια τους δημοσιογράφους που κάνουν αποκαλυπτικό ρεπορτάζ που πλήττει ισχυρά συμφέροντα, ακυρώνοντας ουσιαστικά το πνεύμα και τους αρχικούς σκοπούς του Νόμου.
Σε ένα έγγραφο που έλαβε ο Mathieu Pollet του POLITICO, το Παρίσι ζήτησε μια «σαφή και άνευ όρων» ρήτρα στο κείμενο για τη διασφάλιση των προνομίων των χωρών μελών σε θέματα ασφάλειας και άμυνας και λιγότερες προστασίες για τους δημοσιογράφους βάσει των νέων κανόνων για τα μέσα ενημέρωσης σε όλη την ΕΕ.
Και μπορεί η Γαλλία να «σέρνει» τον χορό στην προκειμένη, όμως δεν είναι μόνη της. Κάθε άλλο μάλιστα. Μαζί της συντάσσονται και άλλες κυβερνήσεις όπως εκείνες της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, του Λουξεμβούργου και της Ελλάδας, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Investigate Europe.
Πέρα από εκείνους που δήλωσαν ανοιχτά υπέρ μιας εξαίρεσης εθνικής ασφάλειας από το άρθρο 4, κανένας άλλος εκπρόσωπος κυβέρνησης δεν έφερε αντίρρηση. Ως εκ τούτου, η σουηδική κυβέρνηση, που προεδρεύει επί του παρόντος στο Συμβούλιο, πρόσθεσε μια παράγραφο στην τελευταία έκδοση του σχεδίου νόμου δηλώνοντας ότι το άρθρο 4 «δεν θίγει την ευθύνη των κρατών μελών για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας».
Αλλά η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων υποστηρίζει ότι αυτό είναι παραπλανητικό. Σε αντίθεση με τις Συνθήκες της ΕΕ, λέει ο οργανισμός, «η τρέχουσα πρόταση του Συμβουλίου δεν περιέχει διατάξεις για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».
Όσες χώρες τάσσονται -μαζί με τη Γαλλία- υπέρ μιας εξαίρεσης στο νόμο επικαλούνται απίθανα και ακραία σενάρια σε πνεύμα κινδυνολογίας, κάνοντας λόγο για ανάγκη διαφύλαξης της εθνικής ασφάλειας από εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους, κλείνοντας το μάτι σε ακροδεξιές αντιλήψεις.
«Η περίπτωσή μου δείχνει πόσο εύκολο είναι να χρησιμοποιείς την εθνική ασφάλεια ως πρόσχημα για να απειλήσεις τους δημοσιογράφους και τις πηγές τους», λέει ο Θανάσης Κουκάκης, ένα απ’ τα θύματα του Predator στην Ελλάδα. Εάν η ΕΕ ψηφίσει πράγματι έναν νόμο «που νομιμοποιεί τέτοια μέτρα χωρίς εξωτερικό έλεγχο και δημόσιο έλεγχο, αυτό θα ήταν πολύ απογοητευτικό», λέει. «Αυτός δεν θα ήταν ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρώπης της ΕΕ».
Η Ολλανδή ευρωβουλευτής των Φιλελευθέρων Σόφι ιντ Βελντ που ηγήθηκε της εξεταστικής επιτροπής PEGA του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις παρακολουθήσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος, θεωρεί «καταστροφή» τις πρόσφατες τροποποιήσεις που πρότειναν οι κυβερνήσεις της ΕΕ στο σχέδιο. Η έννοια της εθνικής ασφάλειας λειτουργεί ως «λευκή επιταγή», ενώ, στην πραγματικότητα, χρειάζεται ένα «σαφές νομικό πλαίσιο».
Εάν οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της ΕΕ οριστικοποιήσουν τη θέση τους σήμερα, το τελικό κείμενο του νόμου πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή πριν ψηφιστεί και τεθεί σε ισχύ.
