ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σωτήρης Ρούσσος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ερντογάν νίκησε με 52,2%. Το 2018 είχε πάρει 52,6% και το 2014, 51,8%. Στα τελευταία περίπου δέκα χρόνια έχουν διεξαχθεί τρεις εκλογικές μάχες που οι αντίπαλοί του έχουν χαρακτηρίσει δημοψηφίσματα και έχει επικρατήσει σε όλες.

Υπάρχει πια μια συμπαγής ιδεολογικά κοινωνική βάση στην ενδοχώρα της κεντρικής και βόρειας Τουρκίας (παράλια Ευξείνου), που αντανακλά συγκεκριμένα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά προτάγματα διαφορετικά από τον κεμαλισμό και τις μετανεωτερικές εκδοχές του.

Πρόκειται για μεσαία και αγροτικά στρώματα, θρησκευόμενα με συντηρητική, πατριαρχική πρόσληψη της πολιτικής, που δεν υποστηρίζουν υποχρεωτικά μια ισλαμική ατζέντα. Τα δυτικά μέσα, οι αναλυτές και οι ακαδημαϊκοί των δυτικών πρωτευουσών σπάνια συνομιλούμε με αντιπροσώπους αυτών των στρωμάτων. Καθώς τα εκλογικά ποσοστά του Ερντογάν παραμένουν αναλλοίωτα είναι σαφές ότι αποτελεί τον μοναδικό αυθεντικό εκφραστή αυτών των στρωμάτων.

Δύο είναι τα βασικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει ο Ερντογάν. Πρώτον, η ανάγκη να τιθασεύσει τον πληθωρισμό και να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις, οι οποίες έχουν υποχωρήσει σοβαρά. Μέχρι τώρα έχει ακολουθήσει μια ανορθόδοξη πολιτική διατήρησης χαμηλών επιτοκίων. Η ελπίδα του είναι ότι θα μπορέσει να εξασφαλίσει μεγάλες επενδύσεις από τις μοναρχίες του Κόλπου και την Κίνα. Το στοίχημα αυτό έχει πολύ μεγάλο ρίσκο.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι το προσφυγικό. Περίπου 4,5 εκατομμύρια πρόσφυγες, κυρίως από τη Συρία, έχουν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην κοινωνία και την οικονομία της Τουρκίας και αυτό ήταν κεντρικό θέμα της προεκλογικής περιόδου. Ο Ερντογάν χρειάζεται διεθνή βοήθεια για τον επαναπατρισμό τους στη Συρία, κάτι που σήμερα δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Αναμένεται ότι θα εντείνει τις πιέσεις προς την Ε.Ε., αλλά και το καθεστώς του Ασαντ για την επίλυση του ζητήματος.

Η στρατηγική και οι τακτικές του Ερντογάν μάς είναι γνωστές στην ελληνική εξωτερική πολιτική και, θα έλεγα, ότι προτιμούμε μια σταθερή κυβέρνηση στην Αγκυρα παρά έναν εύθραυστο συνασπισμό κομμάτων που ήταν πιθανό να «εξάγει» την αστάθειά του στην εξωτερική πολιτική. Οι τριβές μεταξύ Ερντογάν και δυτικών δυνάμεων αναμένεται να συνεχιστούν, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε επανάπαυση ή ακόμη χειρότερα σε «ανάθεση» της εξωτερικής πολιτικής μας σε ισχυρούς συμμάχους.

Η Τουρκία είναι πια μεσαία δύναμη, όπως η Βραζιλία, η Νότια Αφρική ή ο Καναδάς και έτσι αντιμετωπίζεται από φίλους και αντιπάλους. Η Ελλάδα πρέπει να επανακτήσει τον διεθνή ρόλο της ως χώρα-γέφυρα μεταξύ της Ε.Ε., των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου και ως χώρα ήπιας ισχύος, δηλαδή ως δύναμη μεσολάβησης, πρωτοβουλιών ειρήνης, συνεργασίας και συλλογικής ασφάλειας.

Να προωθήσει με συνέπεια και ένταση την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων και να αναλάβει και πάλι την πρωτοβουλία για τη δημιουργία δομών περιφερειακής συλλογικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αλλιώς κινδυνεύουμε να γίνουμε αυτό που μας προορίζει η στρατηγική Ερντογάν: ένας μικρός και αδύναμος «συνέταιρος» της Αγκυρας.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών. Το βιβλίο του «Επανάσταση και εξέγερση στη Μέση Ανατολή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg