«Ολη η δυναμική τώρα είναι με το μέρος του Ερντογάν. Πήρε τη Βουλή, παρότι αναμενόταν το αντίθετο. Τα πήγε πολύ καλύτερα στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών από ό,τι προέβλεπαν οι περισσότερες δημοσκοπήσεις. Διατηρεί περισσότερα πλεονεκτήματα για μια νέα θητεία. Γι’ αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους μια νίκη του Κιλιτσντάρογλου στις 28 Μαΐου μοιάζει μάλλον απίθανη».
Με μια ανάρτηση στο τουίτερ, ο Μουτζντάμπα Ραχμάν, στέλεχος της διεθνούς ομάδας ανάλυσης κινδύνου Eurasia Group, έδωσε εν συντομία την εκτίμησή του για το τι θα συμβεί στην Τουρκία σε δύο εβδομάδες. Μια εκτίμηση που στην ουσία έδειχναν να συμμερίζονται τα περισσότερα διεθνή ΜΜΕ, τα οποία παραδέχονταν ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος διέψευσε σε μεγάλο βαθμό τις δημοσκοπήσεις, ξεκινούσε με μεγάλο πλεονέκτημα για τον δεύτερο γύρο, ενώ ορισμένα έθεταν κάποια ερωτήματα για τον τυχόν ρόλο ρυθμιστή που θα μπορούσε να παίξει ο ακροδεξιός Σινάν Ογάν ο οποίος έλαβε 5,17%.
Σε επίπεδο ξένων ηγετών, οι περισσότεροι υποδέχτηκαν με εγκράτεια και προσπάθεια αποστασιοποίησης το αποτέλεσμα των εκλογών.
Στη μεγάλη συμμετοχή των Τούρκων πολιτών στις εκλογές εστίασαν η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου στις Βρυξέλλες. Το Κρεμλίνο, όπως δήλωσε χθες ο εκπρόσωπός του Ντμίτρι Πεσκόφ, αναμένει συνέχιση κι εμβάθυνση της συνεργασίας ανάμεσα στη Μόσχα και την Αγκυρα όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της κάλπης στις 28 Μαΐου. Για «νίκη της δημοκρατίας στη γειτονική μουσουλμανική χώρα έκανε λόγο η Τεχεράνη, με τον εκπρόσωπο του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Νασέρ Καναανί, να εξαίρει το υψηλό ποσοστό συμμετοχής στην κάλπη.
Ιδιαίτερη σημασία στο αποτέλεσμα των εκλογών έδωσαν Τύπος και πολιτικοί στη Γερμανία όπου κατοικεί μια πολυάριθμη κοινότητα τουρκικής καταγωγής και η οποία, όπως επισήμαναν τα ΜΜΕ της χώρας, έδωσε και πάλι την πρωτιά στον Ερντογάν σε ποσοστό 65%. Το ακριβώς αντίθετο από ό,τι συνέβη στην Ιταλία όπου, σύμφωνα με τη Repubblica, η εκεί τουρκική κοινότητα τάχθηκε σε ποσοστό 69% υπέρ του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. «Η τουρκική άνοιξη θα πρέπει να περιμένει», έγραφε η αριστερή Tageszeitung. «Αποκαρδιωτικό» χαρακτήριζε το αποτέλεσμα η συντηρητική Die Welt, σχολιάζοντας ότι «κατά τα φαινόμενα, ένας σημαντικός αριθμός Τούρκων τον θεωρεί σωτήρα, παρά τον καταστροφικό απολογισμό».
Ο υπουργός Αγροτικής Οικονομίας, Τζεμ Ετσντεμιρ, τουρκικής καταγωγής, εμφανίστηκε απαισιόδοξος για το μέλλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία -ανεξαρτήτως του ποιος κερδίσει τελικά τις εκλογές- και έκανε λόγο για μια «βαθιά διχασμένη χώρα». Η συμπρόεδρος των Πρασίνων, Ρικάρντα Λανγκ, ζήτησε ανοιχτά από τους τουρκικής καταγωγής πολίτες της Γερμανίας να στηρίξουν τον Κιλιτσντάρογλου στον δεύτερο γύρο. «Πιστεύω ότι είναι σωστό οι Πράσινοι να παίρνουν θέση σε τέτοιες καταστάσεις και να λένε ξεκάθαρα ότι στεκόμαστε στο πλευρό της δημοκρατίας», δήλωσε.
Μια τακτική που ίσως γυρίσει μπούμερανγκ, σύμφωνα τουλάχιστον με το σκεπτικό του Τιγκράν Γεγκαβιάν, ερευνητή στο Centre Français de Recherche sur le Renseignement. Σε συνέντευξή του στη γαλλική Le Figaro, ο πολιτειολόγος επισήμανε ότι η Ευρώπη υποτίμησε το αποτύπωμα που θα είχε στις εκλογές η νέα γενιά, μια γενιά «θρησκευόμενη, που γαλουχήθηκε με τον ισλαμο-εθνικισμό και στέκεται αρνητικά απέναντι στον δυτικό τρόπο ζωής». Ο Γεγκαβιάν αναφέρεται επίσης στον καθοριστικό αρνητικό ρόλο που έπαιξε ο διεθνής παράγοντας, ειδικά στους πληθυσμούς της Ανατολίας οι οποίοι βλέπουν τον Ερντογάν ως παράγοντα σταθερότητας και ως τον άνθρωπο που υψώνει τη φωνή της Τουρκίας στη διεθνή σκηνή.
Στις ΗΠΑ πάντως, κάποια ΜΜΕ μιλούν ανοιχτά για το ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα προτιμούσε μια ήττα Ερντογάν. Μετά τους New York Times, τη σκυτάλη πήρε χθες το CNN το οποίο σε ανάλυσή του σχολίαζε ότι «η τύχη του Ερντογάν θα έχει ευρύτερες επιπτώσεις όχι μόνο για τη δημοκρατία στη χώρα του, την οποία έχει αποδυναμώσει, αλλά και για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Παρόλο που η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, ο Ερντογάν έχει φέρει συχνά σε δύσκολη θέση την Ουάσινγκτον – για παράδειγμα, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τη Ρωσία και δίνοντας δείγματα επαναπροσέγγισης με τη Συρία».
Συμπτωματικά (;) άραγε, χθες, την επομένη των τουρκικών εκλογών, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δημοσιοποίησε την ετήσια έκθεσή του για τις θρησκευτικές ελευθερίες ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με αυτήν, η τουρκική κυβέρνηση συνέχισε να μην αναγνωρίζει την ηγεσία ή τις διοικητικές δομές μη μουσουλμανικών μειονοτήτων, να παρέχει εκπαίδευση σε σουνίτες μουσουλμάνους κληρικούς, περιορίζοντας, όμως, άλλες θρησκευτικές ομάδες να εκπαιδεύουν κληρικούς εντός της χώρας. Εκανε επίσης μνεία στο καθεστώς του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α’ τον οποίο η Αγκυρα δεν αναγνωρίζει ως ηγέτη των περίπου 300 εκατομμυρίων ορθόδοξων χριστιανών στον κόσμο, καθώς και στην Αγία Σοφία, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση τη μετέτρεψε εκ νέου σε τζαμί το 2020, καθώς και ότι υπήρχαν αναφορές για βανδαλισμούς με στόχο χριστιανικά στοιχεία.
