ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σωτήρης Ρούσσος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το Bloomberg και ο Economist θεωρούν ότι οι τουρκικές εκλογές είναι οι σημαντικότερες στον κόσμο για το 2023. Οι λόγοι που παραθέτουν γι’ αυτή την εκτίμηση είναι κυρίως η κομβική γεωπολιτική θέση της Τουρκίας, η κακή οικονομική κατάσταση της ενδέκατης οικονομίας στον κόσμο και η αυταρχική διακυβέρνηση του Ερντογάν. Κατά τη γνώμη μας, όλα αυτά είναι σωστά, αλλά δεν αγγίζουν βαθύτερα και σημαντικότερα επίδικα των εκλογών αυτών.

Πρώτον, η Τουρκία του Ερντογάν, παρότι συνεχίζει να είναι μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε., αποτελεί πρότυπο για μια νέα ομάδα αδέσμευτων κρατών, που διαμορφώνεται την τελευταία δεκαετία και η παρουσία της αναδείχθηκε με τον πόλεμο της Ουκρανίας. Περίπου 100 χώρες, μεταξύ αυτών η Ινδία, η Βραζιλία, η Ινδονησία, η Αίγυπτος και άλλες, συγκροτούν βαθμιαία αυτή τη νέα ομάδα αδεσμεύτων, που δεν επιθυμούν να ενταχθούν στα νέα ψυχροπολεμικά στρατόπεδα της Δύσης από τη μια και Κίνας-Ρωσίας από την άλλη, αλλά αναπτύσσουν ισόρροπες σχέσεις, κυρίως οικονομικές, και με τις δύο πλευρές. Η συγκρότηση αυτής της ομάδας, που δεν είναι σε καμία περίπτωση ομοιογενής, αυξάνει τη ρευστότητα και την επισφάλεια στο διεθνές σύστημα. Μια αλλαγή στη συμπεριφορά της Τουρκίας, με την πλήρη επανένταξή της στη ΝΑΤΟϊκή/αμερικανική στρατηγική, θα αποδυνάμωνε σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική των νέων αδεσμεύτων, ιδιαίτερα μεταξύ των μουσουλμανικών κρατών.

Δεύτερον, ο Ερντογάν αμφισβητεί με έναν αιρετικό τρόπο την παγκόσμια χρηματοπιστωτική ορθοδοξία, που θέλει τον πληθωρισμό να τιθασεύεται από την αύξηση των επιτοκίων. Βέβαια, αυτή η πολιτική του Ερντογάν εκτόξευσε τον πληθωρισμό στο 80% και παραμένει σήμερα πολύ υψηλός, γύρω στο 45%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εκτινάσσοντας τις τιμές βασικών προϊόντων. Ο Ερντογάν, από την άλλη πλευρά, αντιλαμβάνεται ότι η αύξηση των επιτοκίων θα ανακόψει τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και θα οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας, όταν ενάμισι εκατομμύριο νέοι εισέρχονται κάθε χρόνο στην τουρκική οικονομία, αναζητώντας για πρώτη φορά εργασία.

Τρίτον, η περίπτωση της σκληρής αυταρχικής διακυβέρνησης του Ερντογάν δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στο δυτικό αφήγημα, που παρουσιάζει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ και των συμμάχων τους με την Κίνα και τη Ρωσία, ως αναμέτρηση μεταξύ δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη μια και αυταρχικών καθεστώτων από την άλλη. Η ύπαρξη ενός αυταρχικού καθεστώτος στους κόλπους του ΝΑΤΟ μειώνει την αξιοπιστία αυτού του αφηγήματος. Τέλος, στον διεθνή Τύπο υπάρχει η εκτίμηση ότι η ήττα του Ερντογάν θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και θα ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με τους γείτονες και τους συμμάχους της, ιδιαίτερα όσον αφορά την απρόσκοπτη είσοδο της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Αν δούμε προσεκτικά όμως την παράταξη της οποίας ηγείται ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, θα παρατηρήσουμε ότι πρόκειται αποκλειστικά για ένα αντι-Ερντογάν μέτωπο. Εντός του μετώπου αυτού υπάρχουν κεμαλιστές, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν ισλαμιστές και κομμάτια της πολιτικής παράδοσης των Γκρίζων Λύκων. Θα είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν κοινοί τόποι διακυβέρνησης μεταξύ αυτών των δυνάμεων, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως το Κουρδικό ή οι σχέσεις με τη Ρωσία. Σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση είναι πιθανόν να βρεθούν οι Κούρδοι και οι οργανώσεις τους, οι οποίοι κάτω από τον απηνή διωγμό του ερντογανικού καθεστώτος επέλεξαν να στηρίξουν την αντιερντογανική παράταξη. Δυστυχώς, οι βασικοί εταίροι αυτής της παράταξης δεν έχουν επιδείξει στο παρελθόν κάποια θετική προδιάθεση απέναντι στα κουρδικά αιτήματα, ακόμη και στο πολιτιστικό/γλωσσικό πεδίο.

Αν είναι πάντως κάτι που ενώνει το ερντογανικό καθεστώς και το αντι-ερντογανικό μέτωπο, είναι οι διεκδικήσεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και η πολιτική διχοτόμησης στην Κύπρο. Η επανάκαμψη της Τουρκίας στη ΝΑΤΟϊκή «ορθοδοξία» είναι αναμενόμενο να οδηγήσει σε πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεών της με την Ουάσινγκτον, αλλά και το Τελ Αβίβ, ακυρώνοντας την ελληνική στρατηγική των «αξόνων» και των τριγωνικών «συμμαχιών» στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, είναι πιθανή η δυσαρμονία μεταξύ του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ως προέδρου και μιας Εθνοσυνέλευσης, όπου το ΑΚΡ θα είναι το μεγαλύτερο κόμμα και ο αντι-ερντογανικός συνασπισμός δεν θα έχει πια τη συγκολλητική ουσία που παρείχε ο κοινός εχθρός. Μια τέτοια δυσαρμονία θα αυξήσει την αστάθεια στην εσωτερική πολιτική της Τουρκίας. Και η εμπειρία έχει δυστυχώς δείξει ότι οι τουρκικές ελίτ «εξάγουν» την εσωτερική αστάθεια ως επιθετικότητα προς τους γείτονες.


*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών. Το βιβλίο του «Επανάσταση και εξέγερση στη Μέση Ανατολή» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Gutenberg