Τις προηγούμενες τρεις ημέρες ο Εμανουέλ Μακρόν υπέστη δύο δοκιμασίες. Η πρώτη -και πλέον ανώδυνη- αφορούσε τον τελικό Κυπέλλου του γαλλικού ποδοσφαίρου, ο οποίος πραγματοποιήθηκε το Σάββατο το βράδυ και ο Μακρόν ήθελε οπωσδήποτε να παραστεί, ως ποδοσφαιρόφιλος πρόεδρος που είναι. Εκεί έσωσε κατά κάποιον τρόπο τη βιτρίνα. Χαιρέτησε έναν έναν τους ποδοσφαιριστές πριν από τον αγώνα, όχι όμως σε δημόσια θέα, δηλαδή στον αγωνιστικό χώρο, αλλά στα αποδυτήρια.
Ετσι δεν διακινδύνευσε να γίνει στόχος πιθανών σφυριγμάτων και αποδοκιμασιών. Η γαλλική αστυνομία είχε άλλωστε φροντίσει, διά παν ενδεχόμενο, να εκδώσει το πρωί του Σαββάτου διάταγμα με το οποίο απαγόρευε πολιτικές εκδηλώσεις πέριξ του γηπέδου. Το διάταγμα ωστόσο ακυρώθηκε το απόγευμα του Σαββάτου από γαλλικό διοικητικό δικαστήριο, που έκρινε πως είχε δυσανάλογο χαρακτήρα. Ούτως ή άλλως βέβαια κατά τον σωματικό έλεγχο των φιλάθλων πριν από την είσοδό τους στο Στάδιο της Γαλλίας οι αστυνομικές δυνάμεις απαγόρευαν τις σφυρίχτρες, με επιχείρημα ότι θα μπορούσαν να σκεπάζουν τον ήχο της σφυρίχτρας του διαιτητή. Πόσο μάλιστα τις κατσαρόλες! Οταν έφτασε πάντως η ώρα της απονομής του Κυπέλλου, οι πανηγυρισμοί των οπαδών της Τουλούζης, που κέρδισε τη Νάντη 5-1, ήταν τόσο ηχηροί που δεν άφησαν κανέναν άλλο θόρυβο να ακουστεί στο Στάδιο.
Τη δεύτερη και σημαντικότερη δοκιμασία ο πρόεδρος Μακρόν την πέρασε χθες, που με αφορμή την Πρωτομαγιά πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Γάλλοι (2,3 εκατομμύρια σύμφωνα με το αριστερό συνδικάτο CGT) κατέβηκαν για ακόμα μια φορά στους δρόμους, σε περίπου τριακόσιες διαδηλώσεις, με ορισμένες εξ αυτών να πραγματοποιούνται ακόμα και σε κωμοπόλεις των 5.000 κατοίκων. Ηταν η πρώτη φορά μετά το 2009 που τα γαλλικά συνδικάτα διαδήλωσαν ενωμένα την Πρωτομαγιά.
Σε πολλές μεγάλες πόλεις της Γαλλίας σημειώθηκαν εντάσεις και συγκρούσεις διαδηλωτών με αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες, όπως το συνηθίζουν τους τελευταίους μήνες, έκαναν εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων και προέβησαν σε εκατοντάδες συλλήψεις. Κατά την αστυνομία οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες ήταν «συνήθεις ύποπτοι», δηλαδή είτε προσκείμενοι στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, είτε στα «κίτρινα γιλέκα». Το «παρών» στη διαδήλωση του Παρισιού έδωσε και ο επικεφαλής της αριστερής συμπαράταξης Ζαν-Λικ Μελανσόν, ενώ η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν προτίμησε να λάβει μέρος με ομοϊδεάτες της στη λεγόμενη «γιορτή του έθνους» που διοργανώνει κάθε Πρωτομαγιά το κόμμα της.
«Κάποτε οι εργαζόμενοι διαδήλωναν για το πόσες ώρες θα δουλεύουν την ημέρα, σήμερα διαδηλώνουν για το πόσα χρόνια θα δουλεύουν στη ζωή τους» έλεγε πάντως χθες σε τηλεοπτικό σταθμό ένας Γάλλος συνδικαλιστής, που δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του για την ενίσχυση του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα του. Μια εξέλιξη που αναμφίβολα οφείλεται στην αναμόρφωση του γαλλικού συνταξιοδοτικού συστήματος, την οποία δηλώνει αποφασισμένος να επιβάλει διά πυρός και σιδήρου ο Μακρόν, παρά την αντίθεση της μεγάλης πλειονότητας των εργαζομένων.
Ωστόσο, η αναγέννηση των συνδικάτων σε μια χώρα όπως η Γαλλία, όπου κατά τις τελευταίες δεκαετίες διαρκώς έχαναν μέλη, περιπλέκει τα πράγματα για τον Γάλλο πρόεδρο. Και αυτό διότι ελλείψει κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας ο μόνος τρόπος για να εμφανίσει πως υπάρχει κάποια, έστω στοιχειώδης, κοινωνική συναίνεση στα σχέδιά του είναι να έλθει σε συνεννόηση με τα συνδικάτα, ή τουλάχιστον με κάποια από αυτά. Εξάλλου η υποβάθμιση προ ημερών της πιστοληπτικής ικανότητας της Γαλλίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης οφείλεται ασφαλώς στο μεγάλο δημόσιο χρέος, αλλά ώς έναν βαθμό και στην άρνηση της γαλλικής κοινωνίας να αποδεχθεί τα κυβερνητικά σχέδια. Κάτι που άλλωστε πριν από τους οίκους αξιολόγησης είχαν επισημάνει γαλλικοί οργανισμοί όπως το Ελεγκτικό Συνέδριο και διεθνείς όπως το ΔΝΤ.
Η Γαλλίδα πρωθυπουργός Ελιζαμπέτ Μπορν έχει αφήσει να εννοηθεί πως εντός των προσεχών ημερών προτίθεται να καλέσει εκ νέου για διάλογο τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Μόνο που την προηγούμενη φορά που τις κάλεσε, μετά από μία ώρα έφυγαν, κλείνοντας μάλιστα με δύναμη την πόρτα και επιδεικνύοντας ομοψυχία όχι ιδιαίτερα συνηθισμένη στο γαλλικό συνδικαλιστικό κίνημα.
Το ερώτημα που έκτοτε πλανάται όλο και περισσότερο στο πρωθυπουργικό μέγαρο είναι για πόσο ακόμα καιρό η Μπορν θα εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί επειδή δεν συγκεντρώνεται ο αριθμός των βουλευτών που απαιτείται για να υπερψηφιστεί μια πρόταση μομφής σε βάρος της. Και δεν συγκεντρώνεται διότι βουλευτές του αντιπολιτευόμενου κεντροδεξιού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δηλώνουν μεν αντίθετοι στις κυβερνητικές πολιτικές, αλλά όχι τόσο ώστε να ρίξουν την κυβέρνηση. Ως πότε όμως θα συνεχιστεί αυτό κανείς προς το παρόν δεν το γνωρίζει.
