Καθώς η Φινλανδία γίνεται από σήμερα η 31η χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ με τη «βούλα», αποχαιρετώντας οριστικά και αμετάκλητα την πάλαι ποτέ ουδετερότητάς της, στο ίδιο το Ελσίνκι το τοπίο είναι θολό.
Αιτία δεν είναι η ρωσική επιθετικότητα –χθες η Μόσχα διεμήνυσε ότι θα ενισχύσει τη στρατιωτική ισχύ της στις δυτικές και βορειοδυτικές περιοχές της κατά μήκος των 1.300 χλμ. των κοινών συνόρων–, αλλά η ανησυχία για την οικονομία. Ηταν αυτή άλλωστε που εν πολλοίς έκρινε το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της Κυριακής.
Ετσι, η Φινλανδία τού επίσης πάλαι ποτέ σκανδιναβικού κοινωνικού «θαύματος» –επισκιασμένου πια από τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες– έστριψε το «τιμόνι» τέρμα δεξιά, όπως έχουν κάνει το τελευταίο διάστημα αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από τη Σουηδία ώς την Ιταλία.
Τυπικά νικητής της φινλανδικής κάλπης βγήκε το κεντροδεξιό Κόμμα Εθνικού Συνασπισμού, εξασφαλίζοντας το 20,8% των ψήφων (+3,8% συγκριτικά με τις εκλογές του 2019) και 48 έδρες σε σύνολο 200. Ουσιαστικά νικητής είναι το ακροδεξιό Κόμμα των Φινλανδών, δεύτερη πια κοινοβουλευτική δύναμη στη χώρα, με 46 έδρες και ποσοστό 20,1%: το καλύτερο στην 28χρονη ιστορία του.
Οι Σοσιαλδημοκράτες της απερχόμενης πρωθυπουργού Σάνα Μαρίν ήρθαν τρίτοι και όχι και τόσο… καταϊδρωμένοι, αφού κατάφεραν να αυξήσουν το ποσοστό τους κατά 2,2 μονάδες, φτάνοντας στο 19,9%.
Δεν ήταν ωστόσο αρκετό για να κρατήσουν την 37χρονη σοσιαλδημοκράτισσα στην εξουσία. Η Μαρίν φαίνεται μάλιστα να χάνει ακόμη και τον άτυπο τίτλο της «σταρ» της εγχώριας πολιτικής σκηνής, καθώς η 45χρονη αρχηγός της Ακροδεξιάς, Ρίικα Πούρα, κατάφερε να την ξεπεράσει προσωπικά σε ψήφους (42.600 έναντι 35.600).
Τα «σπασμένα» του απερχόμενου πεντακομματικού κυβερνητικού συνασπισμού ωστόσο πλήρωσαν επί της ουσίας οι μικρότεροι εταίροι. Και οι τέσσερις τιμωρήθηκαν δυσανάλογα για την αθέτηση των κυβερνητικών δεσμεύσεων για διαφύλαξη του κράτους πρόνοιας και για την κρίση κόστους ζωής, ως απότοκο των επιπτώσεων της πανδημίας Covid-19 και του πολέμου στην Ουκρανία.
Μεγάλες απώλειες
Οι Πράσινοι υπέστησαν συντριβή, αποσπώντας μόλις 7% και με απώλειες 4,5 μονάδων. Το Κεντρώο Κόμμα σημείωσε το χειρότερο αποτέλεσμα στην 100ετή και πλέον ιστορία του, με 11,3%. Η Αριστερή Συμμαχία έπεσε από το 8,2% στο 7,1%. Το φιλελεύθερο Σουηδικό Λαϊκό Κόμμα συρρικνώθηκε κι άλλο, από το 4,5% στο 4,3%.
Σειρά στα πολιτικά «παρατράγουδα» –εκτός από διάφορες αναμενόμενες «καραμπόλες» στις κομματικές ηγεσίες των μεγάλων χαμένων– έχουν οι μετεκλογικές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης συνασπισμού.
Τον πρώτο λόγο έχει ο ηγέτης της Κεντροδεξιάς, Πέτερι Ορπο. Ο 53χρονος πρώην υπουργός Οικονομικών –που κρατά τα ηνία του κόμματος από το 2016– έχει αφήσει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, ακόμη και της συνεργασίας με την Ακροδεξιά (ακολουθώντας λίγο-πολύ τα ίχνη της «αδελφής» Σουηδίας). Το έχουν ξανακάνει άλλωστε το 2015, όταν Κεντροδεξιά και ακροδεξιοί συμμετείχαν στη (χαοτική, λόγω βαθιών διαφωνιών) κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον κεντρώο Γιούχα Σίπιλα…
Αναλυτές θεωρούν τώρα πιο πιθανή την επανάληψη του ίδιου κυβερνητικού σεναρίου, παρά μια συνεργασία της Κεντροδεξιάς με τους Σοσιαλδημοκράτες, με τους οποίους έχουν μεγάλες διαφωνίες ως προς τη δημοσιονομική πολιτική.
Η Ακροδεξιά φαίνεται αντίθετα να συγκλίνει με αυτό που ο Οπρο αποκαλεί «επαναφορά στον σωστό δρόμο», με περιορισμό του διογκωμένου δημόσιου χρέους, όχι με υψηλότερους φόρους για τα μεγάλα εισοδήματα και τις επιχειρήσεις, αλλά με το… πετσόκομμα των δημόσιων δαπανών, και δη των κοινωνικών.
Αυτά, ενώ η Φινλανδία των 5,5 εκατομμυρίων κατοίκων –η πιο ευτυχισμένη χώρα στον κόσμο σήμερα, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Δικτύου Λύσεων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ– δεσμεύεται για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ, όπως επιτάσσει η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ: μια «συνταγή» για περαιτέρω «φούσκωμα» του χρέους…
