Η ελληνική κυβέρνηση και η ΑΑΔΕ πρέπει τώρα να αποφασίσουν για το αν θα προχωρήσουν ή όχι σε νομοθετική ρύθμιση που θα καθορίζει την πρόσθετη -και εθνική- φορολόγηση των ευρωβουλευτών ή θα αποδεχθούν ότι αρκεί η φορολόγηση των αμοιβών τους στην πηγή -με το 25% όπως ισχύει- και θα επιστρέψουν τα ποσά που έχουν καταβληθεί.
Η υποχρέωση για ένα θέμα που διατηρούσε σε ασάφεια η κυβέρνηση προκύπτει μετά την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ Β’ 431/2023) που έκρινε μη νόμιμη την υπαγωγή της αποζημίωσης των ευρωβουλευτών σε φόρο εισοδήματος (ως εισόδημα από μισθωτή εργασία), απαιτώντας να ακυρωθεί «για λόγους νομιμότητας και ασφάλειας δικαίου» η Κανονιστική Πράξη του διοικητή της ΑΑΔΕ.
Η απόφαση φαίνεται να δικαιώνει τους ευρωβουλευτές, οι οποίοι φαίνεται να αποτελούν και την πλειονότητα των 21 που δεν υπήχθησαν στην εθνική φορολογία και εκπροσωπήθηκαν στη συνέχεια με την προσφυγή του Νότη Μαριά στο ΣτΕ. Ο τ. ευρωβουλευτής (2014-2019) ζήτησε από το ΣτΕ την ακύρωση της Κανονιστικής Πράξης του διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος ζητούσε την καταβολή φόρου η οποία, από το 2014 και εντεύθεν, ανερχόταν σε περίπου 30.000 το έτος, καθώς επί της ευρωβουλευτικής αποζημίωσης έπρεπε να υπολογιστεί και ο αυξημένος φόρος εισοδήματος και η εισφορά αλληλεγγύης που δεν κατέβαλαν οι βουλευτές. Οσοι δεν είχαν φορολογηθεί με την εθνική κλίμακα, κλήθηκαν να υποβάλουν εκπρόθεσμη τροποποιητική δήλωση για τα ποσά των αποζημιώσεων-αποδοχών των φορολογικών ετών 2016-2021. Ενδιαμέσως, η ΑΑΔΕ αξιοποίησε τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο αποφάνθηκε ότι η αποζημίωση των ευρωβουλευτών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αλλοδαπής προέλευσης και υπόκειται σε φόρο εισοδήματος και ειδική εισφορά αλληλεγγύης.
«Η αποζημίωση του ευρωβουλευτή δεν έχει τον χαρακτήρα μισθού, ούτε εισοδήματος από άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, από το 2009 και εφεξής βαρύνει τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης και υπόκειται, καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 της απόφασης 2005/684/ΕΚ, σε φόρο υπέρ της Ενωσης» αναφέρει το ΣτΕ.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, η καταβαλλόμενη στον ευρωβουλευτή αποζημίωση συνιστά εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του, διασφαλίζει δε πρωτίστως ότι ασκεί την εντολή του χωρίς να δεσμεύεται από οδηγίες-εντολές, δεδομένου ότι, εν όψει του ικανοποιητικού ύψους της, τον καθιστά λιγότερο ευάλωτο-εκτεθειμένο σε έξωθεν παρεμβάσεις προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών οικονομικών συμφερόντων και εντεύθεν προτάσεων οικονομικών συναλλαγών με αυτόν. Η αποζημίωση δεν καλύπτει την απώλεια εσόδων που συνεπάγεται η άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων του, δεδομένου ότι ο ευρωβουλευτής δεν υποχρεούται να διατηρεί κατοικία στους τόπους εργασιών του Ευρωκοινοβουλίου και ως εκ τούτου δεν απομακρύνεται, κατά τη διάρκεια της θητείας του, σε μόνιμη-διαρκή βάση από τον τόπο που ασκεί το επαγγελματικό-βιοποριστικό του έργο. Ο ευρωβουλευτής δεν συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Ενωση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αποτελεί μέλος θεσμικού οργάνου αυτής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Επομένως, «προκειμένου, ο Ελληνας νομοθέτης να υπαγάγει την αποζημίωση αυτή σε φόρο εισοδήματος και ειδική εισφορά αλληλεγγύης με βάση την εθνική νομοθεσία, ασκώντας την κατ’ άρθρο 12 παρ. 3 της απόφασης 2005/684/ΕΚ ευχέρεια που του παρέχεται, πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας και βεβαιότητας του φόρου, αλλά και της σαφήνειας και προβλέψιμης εφαρμογής των εκάστοτε θεσπιζόμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, όπως ιδίως εκείνων με τις οποίες επιβάλλονται φόροι, τέλη, εισφορές κ.λπ., τηρώντας, παράλληλα, την επιταγή του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος να θεσπίσει νέα, σαφή, ειδική διάταξη τυπικού νόμου, εντασσόμενη στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, με την οποία είτε θα υπαγάγει την εν λόγω αποζημίωση (και τη μεταβατική) ευθέως στις διατάξεις περί φορολόγησης μισθωτών υπηρεσιών είτε εμμέσως θεωρώντας αυτήν κατά πλάσμα δικαίου ως εισόδημα από μισθωτή υπηρεσία» σημειώνεται στο σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ.
«Με αφορμή δημοσιεύματα για τη φορολόγηση των Ελλήνων ευρωβουλευτών, ξεκαθαρίζω ότι έχω εκπληρώσει στο 100% τις φορολογικές μου υποχρεώσεις για τα φορολογικά έτη 2014-2021. Σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις των αρμόδιων ελληνικών αρχών. Και τον φόρο και την εισφορά αλληλεγγύης. Αν μετά την τελευταία σχετική απόφαση του Συμβουλίου Επικράτειας, η κυβέρνηση και η ΑΑΔΕ αποφασίσουν να επιστρέψουν ποσά στους ευρωβουλευτές, ως “αχρεωστήτως καταβληθέντα”, θα τα διαθέσω, με πλήρη διαφάνεια και τεκμηρίωση, για δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης» τουίταρε, μετά την ανακοίνωση της απόφασης του ΣτΕ, ο Δημήτρης Παπαδημούλης, αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝ.ΑΛΛ., Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, εισάγει το θέμα και στη Βουλή. Με ερώτηση προς το υπουργείο Οικονομικών ζητά να καταθέσει λίστα με τα ονόματα των ευρωβουλευτών που δεν έχουν αποδώσει φόρο και εισφορά αλληλεγγύης. «Σε ποιες ενέργειες θα προβείτε ώστε να αντιμετωπιστεί η μη καταβολή ή μη επιστροφή φορολογίας και εισφοράς αλληλεγγύης από τους ευρωβουλευτές; Η νέα ρύθμιση, εάν υπάρξει, θα ισχύει και αναδρομικά; Σε ποιες νομοθετικές ενέργειες προχώρησε η κυβέρνηση, εφόσον γνώριζε για την προσφυγή στο ΣτΕ, ώστε να αποτρέψει τη μη φορολόγηση;». Αυτά είναι τα ερωτήματα που απευθύνει ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝ.ΑΛΛ., Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, με ερώτηση του προς τον υπουργό Οικονομικών, ζητώντας, παράλληλα, να διαβιβαστεί στη Βουλή η λίστα των ονομάτων των ευρωβουλευτών οι οποίοι παρά την απόφαση της ΑΑΔΕ δεν έχουν αποδώσει φορολογία και εισφορά αλληλεγγύης, καθώς και τα ποσά που οφείλει ο καθένας, όπως και το συνολικό ποσόν των οφειλών.
Κάθε Δευτέρα η «Eφ.Συν.» ενημερώνει τους αναγνώστες της σταθερά μέσα από αυτήν τη σελίδα για ειδήσεις που «γεννιούνται» στα όργανα της θεσμικής Ευρώπης και δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας
