Μια Ευρώπη με ιδιωτικά σιδηροδρομικά δίκτυα, όπως είναι η ονείρωξη κάθε σωστού νεοφιλελεύθερου καπιταλιστή; Οσο κι αν οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς μάς πιπιλίζουν τα μυαλά με τις ιδιωτικοποιήσεις, όσο κι αν εμείς ιδιωτικοποιήσαμε τους δημόσιους σιδηροδρόμους (είχαμε μνημόνια τότε και ΤΙΝΑ κάναμε), όσο κι αν η «πατρίδα μας η Ευρώπη» προωθεί με κάθε τρόπο την ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρομικών δικτύων, τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που θα ήθελε.
Για την ακρίβεια, οι μοναδικές χώρες στην Ευρώπη που έχουν ιδιωτικοποιήσει πλήρως το σιδηροδρομικό τους δίκτυο είναι η καπιταλιστική Βρετανία και η πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατική Σουηδία. Σε όλες τις άλλες χώρες, εντός κι εκτός Ε.Ε., το δίκτυο είτε είναι δημόσιο είτε εν μέρει ιδιωτικοποιημένο -με το κράτος να αποτελεί τον βασικό μέτοχο- είτε στο πλαίσιο της «απελευθέρωσης» και του «ανταγωνισμού» επιτρέπεται η λειτουργία ιδιωτικών σιδηροδρομικών εταιρειών παράλληλα με τις δημόσιες.
Eπίσης, κάτι που σκόπιμα παραλείπουν οι οπαδοί του Μίλτον Φρίντμαν είναι ότι σε τουλάχιστον 50 ευρωπαϊκές πόλεις τα μεταφορικά μέσα (λεωφορεία ή τρένα) είναι δωρεάν και χρηματοδοτούμενα από το κράτος, με την Εσθονία και το Λουξεμβούργο να βρίσκονται στην πρωτοπορία. Στον κατάλογο των δωρεάν μεταφορών προστέθηκε πρόσφατα και η Μάλτα, ενώ τα τελευταία χρόνια, είτε λόγω πανδημίας είτε λόγω ακρίβειας, χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία ή η Αυστρία έχουν δοκιμάσει την κατά διαστήματα δωρεάν ή με χαμηλό εισιτήριο μετακίνηση με τρένο ή λεωφορείο.
Αλλά, σήμερα θα αφήσουμε στην άκρη αυτούς τους «σοσιαλιστές» και θα σταθούμε σε αυτούς που προχώρησαν σε πλήρη ιδιωτικοποίηση. Η Σουηδία ξεκίνησε την ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρομικού δικτύου της το 1988. Ηταν μάλιστα η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που διαχώρισε τη λειτουργία των συρμών από τη συντήρηση του δικτύου. Σήμερα, 35 χρόνια αργότερα, όλα τα τοπικά, υπεραστικά και εμπορικά δρομολόγια τα διαχειρίζονται ιδιωτικές εταιρείες, αλλά η Trafikverket, το κυβερνητικό ρυθμιστικό Σώμα, έχει την ευθύνη για την ασφάλεια του δικτύου. Γεγονός που μάλλον εξηγεί εν μέρει γιατί τα σιδηροδρομικά δυστυχήματα στη χώρα είναι εξαιρετικά σπάνια.
Κάτι που δεν ισχύει για τη μήτρα του θατσερισμού. Η τμηματική ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 με τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Αλλά, εκείνος που έβαλε την ταφόπλακα ήταν ο διάδοχός της, Τζον Μέιτζορ, το 1993 με την πλήρη ιδιωτικοποίηση της British Rail. «Δεν πρέπει να υπάρχει ένας άνθρωπος σε ολόκληρη τη χώρα έξω από την Ντάουνινγκ Στριτ που να πιστεύει ότι η ιδιωτικοποίηση είναι καλή ιδέα», είχε πει ο τότε αρχηγός του Εργατικού Κόμματος Τζον Σμιθ, αν και οι μετέπειτα εργατικές κυβερνήσεις υπό τον Τόνι Μπλερ και τον Γκόρντον Μπράουν άφησαν άθικτο το θατσερικό μοντέλο. Η British Rail κατακερματίστηκε και πουλήθηκε σε διάφορες εγχώριες και ξένες εταιρείες. Η ευθύνη για τη συντήρηση και ασφάλεια του δικτύου κατακερματίστηκε και αυτή, κάτι που κάτι φορές είχε τραγικές συνέπειες. Η άναρχη ιδιωτικοποίηση συνοδεύτηκε από μια σειρά σιδηροδρομικών δυστυχημάτων με σοβαρότερο όλων εκείνο του Λάντμπροουκ Γκρόουβ ή δυστύχημα του Πάντινγκτον στο Λονδίνο το 1999.
Στις 5 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, σε ένα σκηνικό με ανατριχιαστικές αναλογίες με το δυστύχημα στα Τέμπη, δύο επιβατικά τρένα συγκρούστηκαν σχεδόν μετωπικά όταν το ένα αγνόησε το σήμα κινδύνου. Αποτέλεσμα: 31 νεκροί και 417 τραυματίες. Το πόρισμα της έρευνας σχετικά με τα αίτια του δυστυχήματος απέδωσε στη Railtrack, μία από τις υπεύθυνες εταιρείες για την ασφάλεια και συντήρηση του δικτύου, ολόκληρο κατάλογο από λάθη και παραλείψεις που οδήγησαν στην καταστροφή.
Το σοκ του Πάντινγκτον έκανε αισθητή την ανάγκη για μια γενικότερη ρυθμιστική αρχή. Τέσσερα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε η εταιρεία Rail Safety and Standards Board, που έχει τη γενική επίβλεψη της ασφάλειας του συστήματος, ενώ το 2005 προστέθηκε και η Rail Accident Investigation Branch, κυβερνητική υπηρεσία που ερευνά τα αίτια και τις συνθήκες των σιδηροδρομικών δυστυχημάτων. Το 2021, η κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον υποσχέθηκε να ιδρύσει την Great British Railways, ένα κρατικό Σώμα που θα θέσει υπό την επίβλεψή του τη λειτουργία των σιδηροδρόμων στο σύνολό της, κάτι που όμως έχει μείνει στα χαρτιά.
Οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι είναι από πέρυσι ξανά στην επικαιρότητα λόγω των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργαζομένων, οι οποίοι διεκδικούν καλύτερους μισθούς και καλύτερες και ασφαλέστερες συνθήκες εργασίας. Στη χώρα ξανανοίγει η συζήτηση για επανεθνικοποίηση των σιδηροδρόμων, κάτι που συμπεριλαμβάνεται και στα αιτήματα των απεργών. Οι Εργατικοί του Κιρ Στάρμερ υπόσχονται να το κάνουν πράξη όταν ξαναγίνουν κυβέρνηση, αλλά, θα πρέπει να περιμένουμε για να το δούμε, εάν κι εφόσον.
Στο μεταξύ, παλιότερο άρθρο του περιοδικού The New Statesman μας θυμίζει μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: μεγάλο τμήμα των βρετανικών σιδηροδρόμων έχει αγοραστεί από… κρατικές εταιρείες άλλων χωρών, ανάμεσά τους της Ολλανδίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και του Χονγκ Κονγκ. Η βρετανική περίπτωση έχει να διδάξει πολλά σε όσους είναι πρόθυμοι να καταλάβουν…
