Τριάντα χρόνια από τη διάσπαση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας και την ίδρυση, την 1η Ιανουαρίου του 1993, των δύο ανεξάρτητων κρατών, της Τσεχίας (της Τσεχικής Δημοκρατίας, όπως είναι η επίσημη ονομασία) και της Σλοβακίας, που άλλαξε τον μέχρι τότε χάρτη της ευρωπαϊκής ηπείρου, η πρόσφατη επέτειος φαίνεται να πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στις δύο πρωτεύουσες, την Πράγα και την Μπρατισλάβα.
Την ίδια στιγμή, στις δύο πρωτεύουσες φαίνεται να επικρατεί η εκτίμηση πως με τη συμμετοχή τους ως μελών στο ΝΑΤΟ και –κυρίως– στην Ε.Ε., οι δύο χώρες είναι και πάλι μεταξύ τους «ενωμένες», ενώ πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν πως οι σχέσεις τους μετά τη διάσπαση είναι όχι μόνον καλύτερες από ό,τι πριν από αυτήν, αλλά οι καλύτερες από ποτέ. Εκείνη, την 1η Ιανουαρίου του 1993, γινόταν πλέον παρελθόν η ενιαία Τσεχοσλοβακία που είχε ιδρυθεί το 1918, από την τότε συνένωση της Σλοβακίας με τις περιοχές Βοημίας και Μοραβίας, ως επακόλουθο της συντριβής της Αυστροουγγαρίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και της κατόπιν διάλυσής της.
Τη διάσπαση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας την 1η.1.1993 σε δύο ανεξάρτητα κράτη είχαν διαπραγματευτεί νωρίτερα, και ήδη από τα τέλη Αυγούστου του 1992, στην πόλη Μπρνο, στα μισά της απόστασης Πράγας-Μπρατισλάβας, οι τότε πρωθυπουργοί των δύο ομόσπονδων κρατών της, ο Βάτσλαβ Κλάους της Τσεχίας και ο Βλαντίμιρ Μέτσιαρ της Σλοβακίας, υπογράφοντας συνολικά 28 συνθήκες που ρύθμιζαν αυτό το «συναινετικό διαζύγιο» και οι οποίες συνθήκες εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα.
Καθοριστική για τους δύο ηγέτες ήταν η στιγμή που ανακοίνωσαν στον τσεχοσλοβακικό πληθυσμό πως «τώρα έρχεται η διάσπαση», τον Οκτώβριο του 1992, όταν με τον Βάτσλαβ Κλάους συζητούσαν «το τέλος της τσεχοσλοβακικής ομοσπονδίας και το τι θα ακολουθήσει», είχε επισημάνει 20 χρόνια αργότερα ο Βλαντίμιρ Μέτσιαρ σε συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα Wiener Zeitung.
Τα ρύθμισαν όλα
Οι συνθήκες που υπογράφηκαν τότε, ρύθμιζαν όλα τα ζητήματα που προέκυπταν με τη διάσπαση του ενιαίου κράτους: από την κατανομή της κρατικής περιουσίας, τη διάλυση των υπηρεσιών του και των κοινών υποδομών μέχρι το θέμα του εθνικού ύμνου, που φαίνεται να υπήρξε και το απλούστερο ζήτημα, καθώς ο τσεχοσλοβακικός ύμνος είχε ένα τσεχικό και ένα σλοβακικό τμήμα, που μετά παρέμειναν αντίστοιχα ως εθνικοί ύμνοι της κάθε χώρας ξεχωριστά.
Η ειρηνική διάσπαση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας πριν από τριάντα χρόνια είχε προκαλέσει τότε εντύπωση αλλά και αναγνώριση από όλες τις πλευρές, αναγνώριση που υπάρχει ακόμη μέχρι σήμερα, μια και δεν ήταν κάτι το αυτονόητο, σε μια εποχή που είχαν προηγηθεί οι αυτονομιστικές επιδιώξεις Σλοβενίας και Κροατίας και ξεσπούσαν οι πόλεμοι της Γιουγκοσλαβίας, οδηγώντας τελικά στη βίαιη και κάθε άλλο παρά ειρηνική διάλυση αυτής της σημαντικής χώρας των Βαλκανίων.
Ως δύο ανεξάρτητα πλέον κράτη Τσεχία και Σλοβακία είναι σήμερα μέλη του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Τσεχία προσχωρώντας στο ΝΑΤΟ στις 12 Μαρτίου του 1999 και η Σλοβακία στις 29 Μαρτίου του 2004, ενώ και οι δύο χώρες εντάχθηκαν ως πλήρη μέλη στην Ε.Ε. την 1η Μαΐου του 2004. Επιπλέον, Τσεχία και Σλοβακία συμμετέχουν, ως ιδρυτικά μέλη, μαζί με την Ουγγαρία και την Πολωνία, στην αμφιλεγόμενη Ομάδα Βίζεγκραντ, η οποία με τη στάση της –ιδιαίτερα στο προσφυγικό– προκαλεί κάθε τόσο «πονοκέφαλο» στις Βρυξέλλες.
Από την πλευρά της, η Σλοβακία εντάχθηκε το 2009 στην ευρωζώνη, γεγονός που για τον ίδιο σήμανε το «οριστικό τέλος» τής πάλαι ποτέ Τσεχοσλοβακίας, όπως είχε επισημάνει χαρακτηριστικά ο πρώην πρωθυπουργός της Τσεχίας (στην περίοδο 2002-2004) Βλαντίμιρ Σπίντλα σε συνέντευξή του για τα 25χρονα της διάσπασης στην αυστριακή εφημερίδα Der Standard με την ευκαιρία τής τότε επετείου. Η πρώην πρωθυπουργός της Σλοβακίας (2010-2012) Ιβέτα Ραντιτσόβα, σε συνέντευξή της επίσης στην ίδια εφημερίδα, διαπίστωνε πως το 1993 η κοινωνία στην ενιαία Τσεχοσλοβακία δεν ήθελε τη διάσπασή της και πως κατά της τότε διάσπασης τασσόταν μια σαφής πλειονότητα και στα δύο ομόσπονδα κρατίδιά της, τόσο στην Τσεχία όσο και στη Σλοβακία.
Οι φόβοι
Ηταν και η ίδια κατά της διάσπασης λόγω του φόβου ότι οι εθνικιστικές δυνάμεις που προωθούσαν τη διάλυση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας θα οδηγούσαν πολιτικά τη Σλοβακία προς Ανατολάς, εκμυστηρεύεται σε τωρινή συνέντευξή της στην αυστριακή εφημερίδα Kurier η τελευταία πρέσβης της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας στην Αυστρία και πρώην φημισμένη ηθοποιός του Κρατικού Θεάτρου στην Μπρατισλάβα, Μάγκντα Βασαρίοβα. «Εχασα τότε την πατρίδα μου. Δεν ήθελα να μην είναι πλέον ο Βάτσλαβ Χάβελ ο πρόεδρος μου και ο Μίλαν Κούντερα ή ο Γιάροσλαβ Χάζεκ ένα μέρος της κουλτούρας μου, και πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να το συνηθίσω», αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια.
Βέβαια, το ερώτημα για τους λόγους της διάσπασης της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας εξακολουθεί να απασχολεί μέχρι σήμερα και να ανάγεται από κάποιους σε οικονομικές αιτίες, οι οποίοι παραπέμπουν στο αραιοκατοικημένο και χωρίς ορυκτό πλούτο έδαφος της Σλοβακίας ή στις σχετικά φτωχές υποδομές της, που φέρονται να υπήρξαν προϋποθέσεις για να θεωρηθούν από τσεχικής πλευράς προβλήματα, εν όψει της οικονομίας της αγοράς που οικοδομούνταν τότε.
Η κρατική περιουσία κατανεμήθηκε σε αναλογία δύο προς ένα ανάμεσα στα δέκα εκατομμύρια Τσέχους και τα πέντε εκατομμύρια Σλοβάκους, διπλώματα αναγνωρίστηκαν αμοιβαία από τις δύο πλευρές, οι φοιτητές μπορούσαν να σπουδάσουν δωρεάν στις δύο νέες χώρες.
Οι φόβοι για κατάρρευση της σλοβακικής οικονομίας δεν επαληθεύτηκαν, καθώς μετά τη συρρίκνωση της πολεμικής βιομηχανίας της το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην παραγωγή αυτοκινήτων και οι τρεις μεγάλες διεθνείς αυτοκινητοβιομηχανίες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα –ΚΙΑ, Volkswagen και Peugeot– πρόσφεραν και προσφέρουν στη χώρα και στους πολίτες της μια σχετική ευμάρεια. Παρ’ όλα αυτά, η Τσεχία εξακολουθεί να έχει ένα σημαντικό οικονομικό προβάδισμα, να καταβάλλει υψηλότερους μισθούς και να έχει το μισό ποσοστό ανεργίας από εκείνο της Σλοβακίας.
Κοινή πορεία
Είναι γεγονός πως ο Βλαντίμιρ Μέτσιαρ, ώς τότε πανίσχυρος πολιτικός στη Σλοβακία, αντλούσε τη δημοτικότητα και τις εκλογικές επιτυχίες του από την υποστήριξή του και από την προώθηση από μέρους του των τάσεων για ανεξαρτησία του ομόσπονδου κράτους του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναζητούν τους λόγους της διάσπασης στη γενικότερη επιδίωξη των πολιτικών ηγετών και στα δύο ομόσπονδα κράτη να διασφαλίσουν καλύτερα την εξουσία τους μέσα από μια διάσπαση.
Ταυτόχρονα, πρέπει να επισημανθεί πως δεν διενεργήθηκε τότε κάποιο δημοψήφισμα, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις μετέπειτα δημοσκοπήσεις, θα είχε απορριπτικό αποτέλεσμα και ως εκ τούτου δεν θα είχε συντελεστεί η διάσπαση της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας. Την ίδια στιγμή πάντως, οι πολίτες, τόσο στην Τσεχία όσο και στη Σλοβακία, εμφανίζονται να είναι ευχαριστημένοι με το δικό τους, ανεξάρτητο κράτος, ακολουθώντας μεν το καθένα τον δικό του δρόμο, αλλά ταυτόχρονα σε μια κοινή πορεία ως μέλη και τα δύο τόσο του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και της αμφιλεγόμενης Ομάδας Βίζεγκραντ.
