Να αποκρούσει τις πιέσεις που δέχεται τελευταία η κυβέρνησή του -ακόμη και από τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού- για την αύξηση του αριθμού και της βαρύτητας των όπλων που στέλνονται στην Ουκρανία προσπάθησε ο Γερμανός καγκελάριος, Όλαφ Σολτς, με δήλωση που παραχώρησε χθες. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δυτικοί σύμμαχοι είναι απαραίτητο να συντονίζονται στις επιχειρήσεις παραδόσεις όπλων τόσο ως προς τον αριθμό τους όσο και ως προς το είδος αυτών, την ώρα που το Κίεβο επιμένει να ζητά βαριά άρματα μάχης από τη Γερμανία, όπως τανκς τύπου Leοpard 2.
Με αυτόν τον τρόπο η γερμανική κυβέρνηση επιθυμεί να βάλει τέλος στα αιτήματα που σε αυτή τη φάση απαιτούν μεγαλύτερη εμπλοκή της στον πόλεμο στην Ουκρανία, αφού όπως έχει επαναλάβει η αποστολή βαρύτερων οπλικών συστημάτων στο Κίεβο θα σηματοδοτήσει μεγαλύτερη εμπλοκή της χώρας και της Ευρώπης στην ρωσοουκρανική αντιπαράθεση, βάζοντάς τις στο στόχαστρο της Μόσχας.
Το Κίεβο έχει ζητήσει περίπου 300 άρματα κύριας μάχης από τους δυτικούς συμμάχους του.
«Η Γερμανία θα είναι πάντα ενωμένη με τους φίλους και τους συμμάχους της (…) οτιδήποτε άλλο θα ήταν ανεύθυνο σε αυτή την τόσο επικίνδυνη κατάσταση», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Σολτς στη διάρκεια ομιλίας του σε εκδήλωση του κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών (SDP).
Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση της Γερμανίας ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι θα στείλει περίπου 40 τεθωρακισμένα οχήματα μάχης (ΤΟΜΑ) τύπου Marder στην Ουκρανία, μία μέρα μετά την ανακοίνωση της Γαλλίας ότι θα προμηθεύσει το Κίεβο με περίπου 30 ελαφριά τεθωρακισμένα αναγνώρισης AMX-10 RC, εφοδιασμένα με ισχυρά πυροβόλα. Τις μέρες εκείνες οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν επίσης πως θα στείλουν περίπου 50 Bradley, παρόμοια οχήματα.
Από την πλευρά της, η Μόσχα έχει καταστήσει σαφές ότι οι νέες παραδόσεις όπλων της Δύσης στο Κίεβο θα «εντείνουν τα δεινά του ουκρανικού λαού» και δεν θα αλλάξουν την πορεία της σύγκρουσης.
Η κυβέρνηση της Γερμανίας υπογραμμίζει πως είναι από τους βασικούς προμηθευτές όπλων της Ουκρανίας μετά την εισβολή του στρατού της Ρωσίας την 24η Φεβρουαρίου 2022, απορρίπτοντας τις επικρίσεις για υπερβολικό δισταγμό, αφού πέρυσι έσπασε την «παράδοση» δεκαετιών για τις χαμηλές στρατιωτικές της δαπάνες, λόγω της «μαύρης» ιστορίας της χώρας με τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους του 20ου αι. Συγκεκριμένα, αποφάσισε για πρώτη φορά να στείλει όπλα σε εμπόλεμη ζώνη, την ώρα που ο Γερμανός Καγκελάριος ανακοίνωνε την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
Παρόλα αυτά, το Κίεβο ασκεί κριτική κυρίως στο SPD με το αιτιολογικό ότι «παίζει καθυστερήσεις» και είναι σαν να περιμένει από άλλους δυτικούς συμμάχους να αναλάβουν πρωτοβουλία για τη στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας. Την ίδια στιγμή, τα δυο κόμματα της γερμανικής κυβέρνησης συνασπισμού (Πράσινοι, Ελεύθεροι Δημοκράτες) τάσσονται πολύ πιο μεγαλόφωνα υπέρ της αλλαγής κλίμακας της στρατιωτικής υποστήριξης στο Κίεβο.
Πάντως, η Γερμανία φαίνεται να μην αποκλείει την παράδοση Λέοπαρντ στην Ουκρανία στο μέλλον, δήλωσε χαρακτηριστικά το σαββατοκύριακο ο υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπεκ (Πράσινοι) στο δημόσιο τηλεοπτικό δίκτυο ARD.
Παράλληλα, και η Βρετανία εξετάζει το ενδεχόμενο να στείλει στην Ουκρανία περίπου δέκα άρματα κύριας μάχης Challenger 2, σύμφωνα με το χθεσινό ρεπορτάζ του βρετανικού τηλεοπτικού σταθμού Sky News.
