Απαράδεκτη και ασύμβατη με τις ευρωπαϊκές αρχές χαρακτηρίζει την παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη ο Χουάν Φερνάντο Λόπεζ Αγκιλάρ, ευρωβουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών του ΕΚ (S&D), της πολιτικής ομάδας στην οποία ανήκει και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝ.ΑΛΛ.
Σε συνέντευξή του στο News247, ο Ισπανός Ευρωβουλευτής, με πολιτική δράση σε μία ευρεία ατζέντα σοβαρών ζητημάτων όπως πολιτικών ελευθεριών, μεταναστευτικού και ελευθερίας του Τύπου εκτιμά ότι η υπόθεση των υποκλοπών «δεν είχε και δεν έχει την προβολή που θα έπρεπε».
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής LIBE και μέλος της PEGA τονίζει ότι «κάθε λογισμικό κατασκοπείας που έχει υποκλέψει τις προσωπικές συνομιλίες ενός μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα έπρεπε να θεωρείται απαράδεκτο. Πλήρως απαράδεκτο και ασύμβατο με τον νόμο και με τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ενώ ξεκαθαρίζει και την τεράστια απόσταση μεταξύ της χρήσης λογισμικών με στόχο την παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας και την περίπτωση Ανδρουλάκη, την οποία χαρακτηρίζει «απόλυτα απαράδεκτη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, ούτε και να θεωρηθεί συμβατή με τις ευρωπαϊκές αρχές, που είναι οι υψηλότερες στον κόσμο».
Κληθείς να σχολιάσει και την άφιξη της Επιτροπής PEGA στην Ελλάδα στις αρχές Νοεμβρίου ώστε να διερευνήσει το ζήτημα, ο κ. Αγκιλάρ εκτιμά ότι θα πρέπει επιτέλους να προκύψουν «αποτελέσματα. Και συμπεράσματα. Η ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία θα πρέπει να καταλήξει στην θέσπιση ενός νέου νόμου. Να υιοθετηθούν νέες νομοθετικές πράξεις, οι οποίες να είναι αποτελεσματικές και δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη και να αποτελέσουν σημείο αρχής για αναγνώριση νέων δικαιωμάτων στους Ευρωπαίους πολίτες. Πρέπει να κάνουμε τη διαφορά και όχι απλά να διαφωνούμε».
Για τα αρχεία που αγνοούνται αλλά και τις ευθύνες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο Ισπανός πολιτικός σημειώνει: «Θα έπρεπε να έχουμε στοιχεία για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το να υποκλέπτουμε την ιδιωτική επικοινωνία κάθε Ευρωπαίου πολίτη -δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι μέλος Κοινοβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου- είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτό. Η παράνομη υποκλοπή χωρίς τις απαραίτητες νομικές διαδικασίες, χωρίς την προβλεπόμενη νομική διαδικασία, χωρίς δικαστική άδεια πρέπει να θεωρείται ποινικό αδίκημα στον ποινικό κώδικα κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε».
Σε ερώτηση μάλιστα για το αν θα μπορούσαν να προκύψουν και ποινικές ευθύνες από το «ελληνικό Watergate», όπως πολλά διεθνή Μέσα έχουν χαρακτηρίσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, ξεκαθάρισε: «Φυσικά. Η παραβίαση του νόμου μπορεί να έχει ποινικές συνέπειες. Ακόμα και για πολιτικούς. Ασφαλώς. Για οποιονδήποτε. Είναι θέμα νομικής αξιολόγησης. Αντιμετωπίσαμε μία σοβαρή πρόκληση και στην Ισπανία, όπου παραβιάστηκαν οι νόμοι του Συντάγματος. Αυτό έχει ποινικές ευθύνες. Και πρέπει να αντιμετωπίζεις ποινικές συνέπειες όταν πράττεις με αυτόν τον τρόπο. Αυτό έγινε στην Ισπανία. Γιατί, λοιπόν, να μην γίνει το ίδιο και στην Ελλάδα; Δεν λέω ότι θα έχει ποινικές ευθύνες. Λέω, όμως, ότι θα μπορούσε να έχει. Είναι θέμα της νομικής διαδικασίας και αξιολόγησης στην Ελλάδα, είναι θέμα του δικαστικού συστήματος το οποίο υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητο».
Για τη συνάντηση που είχε την περασμένη εβδομάδα με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, στις Βρυξέλλες, ο κ. Αγκιλάρ διαπίστωσε «κοινές ανησυχίες» με τον Αλέξη Τσίπρα: «Ήταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και είναι ο πρόεδρος του δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της χώρας. Γιατί να μην του επιτρέπεται ή να μη δικαιούται να ζητά συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ή σε κάθε επίπεδο, είτε είναι η Κομισιόν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου; Όποιος θέλει μία συνάντηση με τον επικεφαλής της Επιτροπής LIBE την έχει. Ανέφερε μία σειρά από ανησυχίες του για το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων μερικών ζητημάτων όπως το μεταναστευτικό, την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και φυσικά τις παρακολουθήσεις. Έθεσε τις απόψεις του και φυσικά μοιράστηκα μαζί του τις δικές μου ανησυχίες, για τις οποίες έχω μιλήσει και δημόσια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη, λέγοντας ότι δεν υπάρχει καμία λογική στους υπαινιγμούς ότι αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας του. Συνεπώς χρειάζεται έρευνα και απαντήσεις για το θέμα. Είχαμε, λοιπόν, μία συζήτηση σε θεσμικό επίπεδο».
