Στη δημοσιότητα έδωσαν τα Εθνικά Αρχεία της Σκωτίας το πιστοποιητικό θανάτου της Ελισάβετ Β’, που πέθανε στις 15.10 της 8ης Σεπτεμβρίου από “γηρατειά”.
“Η Μεγαλειότητά της η Βασίλισσα” άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 96 ετών στο Κάστρο Μπαλμόραλ, μετά από 70 χρόνια βασιλείας. Ο θάνατός της είχε ανακοινωθεί από τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στις 18.30 τοπική ώρα (20.30 ώρα Ελλάδας) αλλά ήταν γνωστό ότι η Λιζ Τρας είχε ενημερωθεί στις 16.30. Η τελευταία δημόσια εμφάνιση της μονάρχη ήταν δύο μέρες πριν, όταν ανέθεσε στη νέα πρωθυπουργό της χώρας.
Το έγγραφο υπογράφει η πριγκίπισσα Άννα, κόρη της Ελισάβετ Β’, η οποία συντρόφευε τη μονάρχη στις τελευταίες της ώρες. Ο πύργος του Ουίνδσορ στο Λονδίνο αναγράφεται ως η “συνήθης” διεύθυνσή της, αφού εκεί περνούσε τον περισσότερο χρόνο από τότε που ξέσπασε η πανδημία, παρότι τα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ στην πρωτεύουσα είναι συνήθως η κύρια κατοικία των Βρετανών μοναρχών.
Εάν η βασίλισσα απεβίωνε στην Αγγλία, δεν θα χρειαζόταν να συμπληρωθεί πιστοποιητικό θανάτου, μια νομική υποχρέωση που ισχύει για τους υπηκόους αλλά όχι για τον ίδιο τον μονάρχη. Ωστόσο, αυτή η νομική υποχρέωση – που χρονολογείται από το 1836 – δεν ισχύει στη Σκωτία, όπου ο νόμος προβλέπει ότι “ο θάνατος κάθε προσώπου” πρέπει να καταγράφεται.
Τα τελευταία χρόνια, τα Ανάκτορα τηρούσαν μυστικότητα για την κατάσταση της υγείας της βασίλισσας. Είχαν αποκαλύψει, μετά από διαρροές στον Τύπο, τη νύχτα που πέρασε η Ελισάβετ στο νοσοκομείο πριν από έναν χρόνο για εξετάσεις, η φύση των οποίων δεν διευκρινίστηκε ποτέ. Τότε είχαν αναφερθεί κινητικά προβλήματα, ενώ εκείνη ακύρωνε πολλές εμφανίσεις.
Μυστήριο περιβάλλει συνήθως τους θανάτους μελών της βασιλικής οικογένειας. Είθισται εδώ και πάνω από έναν αιώνα, μετά τον θάνατο ενός εξέχοντος μέλους της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, να υποβάλλεται αίτημα στη δικαιοσύνη για να σφραγιστούν οι τελευταίες επιθυμίες του θανόντα.
Οι διαθήκες περισσότερων από 30 μελών της βασιλικής οικογένειας κρατήθηκαν συνεπώς μυστικές από το 1910, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα The Guardian, παρότι η βρετανική νομοθεσία προβλέπει πως οι τελευταίες επιθυμίες όλων πρέπει να δημοσιοποιούνται, κυρίως για να αποφευχθούν οι απάτες και να ειδοποιηθούν οι δικαιούχοι.
