Ξεπέρασαν τα 10,3 εκατομμύρια οι συνοριακές διελεύσεις προσφύγων που συνεχίζουν να εγκαταλείπουν την Ουκρανία λόγω κλιμάκωσης του 6μηνου σχεδόν πολέμου με τη Ρωσία, σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Οι μισές συνοριακές διελεύσεις -περισσότερες από 5,1 εκατομμύρια- αφορούν την Πολωνία, πάνω από ένα εκατομμύριο την Ουγγαρία, περίπου ένα εκατομμύριο τη Ρουμανία, κοντά 650.000 τη Σλοβακία και τουλάχιστον 557.000 τη Μολδαβία.
Ωστόσο, όπως δυστυχώς συμβαίνει στη διάρκεια προσφυγικών κρίσεων (κι ας μην πρόκειται αυτή τη φορά για… σκουρόχρωμους μουσουλμάνους που δήθεν «αλλοιώνουν» τον πολιτισμό και τη δημογραφική σύνθεση της λευκής χριστιανικής Ευρώπης) -σε αντίστιξη με το αρχικό ενθουσιώδες καλωσόρισμα- αντιστρόφως ανάλογη του διογκούμενου αριθμού των εκτοπισμένων Ουκρανών είναι η κοινωνική κόπωση κι η γενικότερη ατμόσφαιρα που όλο και βαραίνει έναντί τους στις χώρες φιλοξενίας όσο περνάει ο καιρός (όχι και τόσος πολύς, εν προκειμένω), σε συνδυασμό με εξωγενείς παράγοντες. Κυρίως την κάκιστη συγκυρία με πολλαπλές ταυτόχρονες κρίσεις (πληθωρισμού, ενέργειας, επισιτισμού, πανδημίας, κλίματος) σε πλήρη εξέλιξη.
Αυτά προκύπτουν από ρεπορτάζ ευρωπαϊκών ΜΜΕ όσο και πρόσφατη έκθεση της φιλανθρωπικής οργάνωσης World Vision, με τίτλο «Θερμές υποδοχές, ελλοχεύουσες εντάσεις» (Warm Welcomes, Lurking Tensions). «Μηνύματα που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν αντιπροσφυγικές εντάσεις διασπείρονται ήδη σε Ρουμανία, Μολδαβία, Πολωνία και σε όλη την κεντρική και ανατολική Ευρώπη», τονίζει η έκθεση. Προειδοποιεί μάλιστα πως σε συνθήκες κρίσεων, όπως οι τωρινές, οι κοινότητες που φιλοξενούν πρόσφυγες στις χώρες υποδοχής αρχίζουν μοιραία να νιώθουν παραμελημένες και παραγκωνισμένες από τις κυβερνήσεις τους, τις τοπικές αρχές και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, πόσο μάλλον αν θεωρήσουν ότι δεν δίνεται προτεραιότητα σ’ εκείνες αλλά στους πρόσφυγες για παροχή οικονομικής βοήθειας, εργασίας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, στέγασης και άλλων υπηρεσιών. Οι υποβόσκουσες αυτές εντάσεις μπορεί να εκτραχυνθούν γρήγορα όχι απλά σε ξενοφοβία, αλλά σε λεκτική και σωματική βία.
Τέτοιες δυναμικές ακολουθούν ένα επικίνδυνο μοτίβο σαν αυτό που έχει εμφανιστεί στον Λίβανο και το Μπαγκλαντές -χώρες φτωχές, που έχουν υποδεχτεί αντίστοιχα τεράστιους προσφυγικούς αριθμούς Σύρων και μουσουλμάνων Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ- όπου σημαντικό μέρος των κατοίκων αντιμετωπίζει πλέον με εχθρότητα τους ξεριζωμένους. Αιτίες, η δική τους επιδεινούμενη κατάσταση και ανασφάλεια αλλά και εκστρατείες παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε συστημικά μέσα ενημέρωσης που παραφουσκώνουν και ανακυκλώνουν τοξικές ψευδείς αναφορές ότι οι πρόσφυγες απολαμβάνουν περισσότερη βοήθεια από τους ντόπιους, εμπλέκονται σε βίαια εγκλήματα και εξτρεμιστικές πράξεις. Κι έτσι το θερμό καλωσόρισμα γίνεται ψυχρή αντιμετώπιση κι η αλληλεγγύη αδιαφορία, αν όχι αντιζηλία και απόρριψη.
«Δεν υπάρχουν προφανείς λόγοι για τους οποίους η Μολδαβία κι η Ρουμανία, λόγου χάρη, θα εξαιρούνταν. Αν σκεφτεί κανείς ότι η παγκόσμια κρίση κόστους ζωής επηρεάζει τους πάντες, θα λέγαμε ότι αναμένουμε οι εντάσεις να αυξηθούν σύντομα», επισημαίνει ο επικεφαλής συντάκτης της έκθεσης, Τσαρλς Λόλεϊ. Η Μολδαβία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση.
Παρά τα έκτακτα ευρωπαϊκά κονδύλια που λαμβάνει λόγω προσφυγικής κρίσης μολονότι δεν είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε. και δεδομένου πως συγκαταλέγεται στις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης, με τον πληθωρισμό να έχει εκτοξευτεί στο 27% την ώρα που φιλοξενεί κοντά 100.000 Ουκρανούς πρόσφυγες (τους περισσότερους αναλογικά με τον πληθυσμό της πανευρωπαϊκά, ίσους με σχεδόν 5% των κατοίκων της), «η γενναιοδωρία των απλών Μολδαβών πολιτών -πολλοί από τους οποίους βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από τους φιλοξενούμενους- δεν είναι βιώσιμη», αναφέρει η World Vision. Προσθέτει μάλιστα ότι υπάρχουν ήδη παραδείγματα Ουκρανών προσφύγων που επιστρέφουν από τη Μολδαβία στην εμπόλεμη πατρίδα τους, εν μέρει εξαιτίας των εντάσεων οι οποίες έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται σε βάρος τους στις κοινότητες που τους φιλοξενούν.
Πρόσφατο ρεπορτάζ του Balkan Insight καταγράφει παράλληλα μια απαρχή αντιστροφής του κλίματος και στην Πολωνία, ιδίως μεταξύ των οικονομικά ασθενέστερων που βιώνουν χειρότερα την κρίση κόστους ζωής. Πλανόδιοι πωλητές στη Βαρσοβία, π.χ., παραπονιούνταν πως η (εθνικιστική) κυβέρνησή τους δεν κάνει τίποτα γι’ αυτούς, ξοδεύει όμως υπερβολικά πολλά για τα εκατομμύρια των Ουκρανών προσφύγων που έχουν καταφύγει στη χώρα. «Αυτά τα λεφτά είναι δικά μου», έλεγε ενδεικτικά μια γυναίκα, αναφερόμενη σε επίδομα που χορηγεί πλέον το πολωνικό κράτος και σε ουκρανικές οικογένειες. Εντείνεται δε κι ο ανταγωνισμός για εύρεση εργασίας μεταξύ Πολωνών και Ουκρανών, που θέλουν να εξασφαλίσουν σταθερό εισόδημα εν όψει ενός ζοφερού, όπως προβλέπεται, χειμώνα.
