Ο κατασκοπεύσας, του κατασκοπεύσαντος… Κάπως έτσι εξελίσσεται το διεθνές σκάνδαλο για την παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού -εν προκειμένω του Pegasus-, με θύτες κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες και θύματα πολιτικούς, αντιφρονούντες, ακτιβιστές, δημοσιογράφους και άλλα δημόσια πρόσωπα που μπαίνουν εκάστοτε στο στόχαστρο.
Χωρίς λοιπόν να έχει κοπάσει ο σάλος από τις καταγγελίες της ηγεσίας της Καταλονίας ότι οι αρχές της Ισπανίας και δη οι μυστικές υπηρεσίες CNI παρακολουθούσαν -χωρίς δικαστική άδεια- τον Καταλανό πρόεδρο Πέρε Αραγόνες, τρεις προκατόχους του και δεκάδες μέλη του τοπικού κινήματος υπέρ της ανεξαρτησίας, έχοντας παγιδεύσει τα κινητά τους τηλέφωνα με Pegasus, η κυβέρνηση της Ισπανίας γνωστοποίησε χθες τη μόλυνση με το ίδιο εργαλείο ψηφιακής κατασκοπείας του κινητού του πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, και της υπουργού Αμυνας, Μαργαρίτα Ρόμπλες.
Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν, η παγίδευση έγινε πέρσι: το τηλέφωνο του Σάντσεθ τέθηκε υπό παρακολούθηση τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2021, ενώ της Ρόμπλες τον Ιούνιο του 2021. Υποκλοπή δεδομένων έγινε κι από τις δύο συσκευές, με την «έκνομη αυθαίρετη παρέμβαση» να αποδίδεται σε υπηρεσία κράτους του εξωτερικού με αδιευκρίνιστα κίνητρα. Η πολύκροτη υπόθεση τίθεται πλέον υπό διερεύνηση (και) από το ανώτατο ποινικό δικαστήριο της χώρας.
Παράλληλα, εξετάζονται εξονυχιστικά τα κινητά και άλλων μελών της ισπανικής κυβέρνησης. Διεθνή ΜΜΕ παρατηρούσαν πως το επίμαχο διάστημα είχαν οξυνθεί ιδιαίτερα οι διπλωματικές σχέσεις Ισπανίας-Μαρόκου, με αφορμή το προσφυγικό/μεταναστευτικό αλλά και το ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας.
Οι δε καταγγελίες για κατασκοπεία σε βάρος ηγετών της Καταλονίας έχουν προκαλέσει παρενέργειες στην κυβέρνηση μειοψηφίας του σοσιαλιστή Σάντσεθ, με το κεντροαριστερό κόμμα ERC να έχει παγώσει την κοινοβουλευτική του υποστήριξη σε ένδειξη έντονης διαμαρτυρίας.
Η NSO Group -η ισραηλινή κατασκευάστρια εταιρεία του Pegasus- ισχυρίζεται πως πουλάει το λογισμικό μόνο σε κυβερνήσεις, με στόχο τον εντοπισμό εγκληματιών και τρομοκρατών από κρατικές υπηρεσίες. Τον περασμένο Νοέμβριο πάντως η κυβέρνηση Μπάιντεν ενέταξε την NSO σε μαύρη λίστα, έχοντας διαπιστώσει ότι η εταιρεία ενεργεί «αντίθετα με την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ».
