Με ανέλπιστη επιτυχία στέφθηκε τελικά η πρώτη εκλογική δοκιμασία των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών (SPD) υπό τον καγκελάριο Ολαφ Σολτς, στη σκιά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Οι κάλπες της περασμένης Κυριακής στο μικρό δυτικό κρατίδιο του Σάαρ έδωσαν στο SPD ιστορική νίκη με ποσοστό 43,5% -εντυπωσιακά αυξημένο κατά 14 μονάδες- και αυτοδυναμία-έκπληξη σε τοπικό επίπεδο, κάτι που είχε να συμβεί από το 1970.
Μεγάλοι χαμένοι της αναμέτρησης; Αφ’ ενός οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) υπό τον νεόκοπο ηγέτη τους, τον σκληρό δεξιό και πάλαι ποτέ εσωκομματικό αντίπαλο της Ανγκελα Μέρκελ, Φρίντριχ Μερτς, οι οποίοι συγκυβερνούσαν αδιάλειπτα το Σάαρ από το 1999 και είδαν την εκλογική τους δύναμη να κατακρημνίζεται κατά 12 μονάδες, στο 28,5%. Αφ’ ετέρου το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke), που… εξανεμίστηκε εκλογικά με ποσοστό μόλις 2,6%, συρρικνωμένο κατά 10 και πλέον μονάδες, ξεμένοντας πια εκτός τοπικής Βουλής μολονότι το συγκεκριμένο ομόσπονδο κρατίδιο θεωρούνταν κάποτε ένα από τα ελάχιστα προπύργιά του στη δυτική Γερμανία.

Οι εκλογές στο Σάαρ, με περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους, έγιναν άλλωστε λίγες βδομάδες μετά την ηχηρή παραίτηση από το Die Linke του Οσκαρ Λαφοντέν: του πρώην Σοσιαλδημοκράτη τοπικού πρωθυπουργού που είχε διατελέσει επίσης ομοσπονδιακός ηγέτης του SPD και ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών επί καγκελαρίας Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος τα είχε βροντήξει οριστικά από την κεντροαριστερή παράταξη το 2005 (έχοντας διαφωνήσει κάθετα με τις αντεργατικές μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η κυβέρνηση Σρέντερ μέσω της περιβόητης Ατζέντας 2010) για να γίνει συνιδρυτής και τελικά επικεφαλής του κόμματος της Αριστεράς το 2007.
Με μια αιφνίδια κίνηση -που προφανώς επηρέασε καθοριστικά τους ψηφοφόρους του Die Linke στο Σάαρ, «σπρώχνοντάς» τους ουσιαστικά στο SPD- ο Λαφοντέν αποχώρησε στις 17 Μαρτίου και από το κόμμα που συνίδρυσε, καταγγέλλοντας ότι δεν αποτελούσε πλέον «εναλλακτική στις πολιτικές της κοινωνικής ανασφάλειας και ανισότητας». Στηλίτευσε επίσης τη νέα του ηγεσία πως υποστηρίζει την εξαγωγή όπλων στην Ουκρανία.
Οριακά εκτός τοπικής Βουλής έμειναν όμως και οι δύο συγκυβερνώντες με τoυς Σοσιαλδημοκράτες σε ομοσπονδιακό επίπεδο, Πράσινοι και (νεο)Φιλελεύθεροι Δημοκράτες (FDP), αφού δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο του 5%. Το μικρότερο από τα τρία κόμματα, που θα εκπροσωπούνται εφεξής στο Κοινοβούλιο του Σάαρ, θα είναι η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) που συγκέντρωσε 5,7%.
Από το 2012 στο κρατίδιο είχε σχηματιστεί «μεγάλος συνασπισμός» CDU-SPD υπό τον Χριστιανοδημοκράτη τοπικό πρωθυπουργό Τομπίας Χανς, αλλά πλέον η τοπική ηγέτιδα των Σοσιαλδημοκρατών και πρώην τοπική υπουργός Οικονομικών, Ανκε Ρέλινγκερ, δηλώνει έτοιμη να κυβερνήσει χωρίς εταίρο, αφού το κόμμα της κέρδισε απόλυτη πλειοψηφία στην τοπική Βουλή, κατακτώντας 29 από τις 51 έδρες. Η εκλογική ανθεκτικότητα του SPD θα ξαναδοκιμαστεί σύντομα σε άλλα δύο κρατίδια, που κυβερνώνται από το CDU: στο Σλέσβικ-Χόλσταϊν στις 8 Μαΐου και στην (πολυπληθέστερη όλων) Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία στις 15 Μαΐου.
Παρά την κριτική που της ασκείται στο εξωτερικό για τους αμφίσημους χειρισμούς της στην αντιμετώπιση της σαρωτικής ενεργειακής κρίσης, στο εσωτερικό της Γερμανίας οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται ευνοϊκές για τον Σολτς και την Πράσινη υπουργό Εξωτερικών, Αναλένα Μπέρμποκ, στον απόηχο και της κυβερνητικής απόφασης για ριζική αλλαγή του αμυντικού δόγματος της χώρας και κατακόρυφη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της φερόμενης ρωσικής απειλής. Στο πλαίσιο αυτό το Βερολίνο εξετάζει τώρα το ενδεχόμενο αγοράς αντιπυραυλικής ασπίδας, αντίστοιχης με τον λεγόμενο «Σιδερένιο Θόλο» (Iron Dome) του Ισραήλ.
«Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για το γεγονός ότι υπάρχει ένας γείτονας που προτίθεται να καταφύγει στη βία προκειμένου να επιβάλει τα συμφέροντά του», τόνισε την Κυριακή ο Σολτς μιλώντας στη γερμανική τηλεόραση, με την εφημερίδα Bild να αναφέρει πως εξετάζεται η αγορά του ισραηλινού αντιβαλλιστικού συστήματος «Arrow 3», αξίας δύο δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα μπορεί να είναι λειτουργικό από το 2025 και να αναχαιτίζει βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς ακόμα και στο ύψος της στρατόσφαιρας. Το δημοσίευμα ούτε επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέφεν Χεμπεστράιτ, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν «προβληματισμοί, που δεν έχουν ακόμα οδηγήσει σε συγκεκριμένη απόφαση».
