Ο Μάριο Ντράγκι δεν εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά θέλει να ολοκληρώσει επιτυχώς την πρωθυπουργική του εμπειρία. Ορκίστηκε πριν από ακριβώς ένα χρόνο και -αν δεν υπάρξουν θεαματικές εκπλήξεις- σκοπεύει να παραμείνει στο κυβερνητικό μέγαρο Παλάτσο Κίτζι, τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη του 2023, όταν θα πρέπει να γίνουν οι βουλευτικές εκλογές.
Επειτα από 365 ημέρες διακυβέρνησης είναι αναπόφευκτο να γίνει ένας συμβολικός, όσο και ουσιαστικός απολογισμός. Ντόπιοι και ξένοι σχολιαστές συμφωνούν στη διαπίστωση ότι -έως τώρα- τα «φωτεινά σημεία» υπερέχουν των μελανών.
Ο Ντράγκι κατάφερε να δημιουργήσει μια στενή σχέση συνεργασίας με τον Αμερικανό πρόεδρο Μπάιντεν και με τον Γάλλο Εμανουέλ Μακρόν, ενώ οι πρώτες συναντήσεις με τη νέα γερμανική κυβέρνηση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα αποδοτικές. Η Ρώμη, ουσιαστικά, προσπαθεί να ενταχθεί στην ηγετική ομάδα της Ευρώπης με ισότιμο-σχεδόν– ρόλο με εκείνο του Βερολίνου και του Παρισιού.
Η διάσκεψη του G20, που οργανώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου στην Αιώνια Πόλη, στέφθηκε με επιτυχία και, όπως μετέδωσε και η Rai, η «οικογενειακή φωτογραφία» των ισχυρότερων ηγετών του πλανήτη με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, που προσέφεραν κάθε απόθεμα ενέργειάς τους για την αντιμετώπιση της τρομερής αυτής πανδημίας, θα αποκτήσει πιθανότατα ιστορική σημασία.
Με τον Ντράγκι, επίσης, η Ιταλία κατάφερε να επιταχύνει τη διαδικασία εμβολιασμού. Το 88,5% του πληθυσμού της χώρας έχει λάβει δύο δόσεις εμβολίου κατά του κορονοϊού. Υπάρχουν ακόμη 1.404.960 πολίτες άνω των 50 ετών που δεν έχουν μπει ποτέ σε εμβολιαστικό κέντρο, αλλά συνολικά η χώρα λειτούργησε ως θετικό παράδειγμα για όλη την Ευρώπη.
Οσο για το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η ιταλική κυβέρνηση κατάφερε να εξασφαλίσει από τις Βρυξέλλες 191,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Μέχρι τώρα όλες οι δόσεις καταβλήθηκαν κανονικά. Οι επόμενοι στόχοι των μεταρρυθμίσεων (που συνδέονται με την αποδέσμευση των χρημάτων από την Ευρ. Επιτροπή) είναι η ενίσχυση του δικτύου για την κατ’ οίκον φροντίδα των ασθενών από το Εθνικό Σύστημα Υγείας και ουσιαστικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση. Πρόκειται για κρίσιμους τομείς, που μπορεί να προκαλέσουν και διάσταση απόψεων μεταξύ των κομμάτων που μετέχουν στην κυβερνητική πλειοψηφία.
Υπάρχουν όντως, βέβαια, και κάποια μελανά σημεία ή τουλάχιστον ορισμένες διαπιστώσεις που προκαλούν μια κάποια ανησυχία. Είναι σαφές ότι η παραμονή και ενίσχυση του Μάριο Ντράγκι αποτελεί απόδειξη του ότι τα κόμματα της χώρας δεν καταφέρνουν να φέρουν σε πέρας με αποδοτικό τρόπο την αποστολή για την οποία πληρώνονται οι εκλεγμένοι εκπρόσωποί τους: δεν μπόρεσαν να πετύχουν μια ευρείας αποδοχής συμφωνία για να εκλέξουν νέο πρόεδρο της δημοκρατίας, ενώ δεν είναι ούτε σε θέση να σχηματίσουν μια κυβέρνηση, η οποία να αποτελείται μόνο από πολιτικά πρόσωπα.
Αρκετοί αναλυτές διερωτώνται μέχρι πότε θα συνεχιστεί η «κηδεμονία» της χώρας από μέρους των τεχνοκρατών.
Σε ένα χρόνο, βέβαια, θα πρέπει υποχρεωτικά να γίνουν βουλευτικές εκλογές, στις οποίες, αν δεν αλλάξει κάτι στην πρόθεση ψήφου, οι δυνάμεις του συντηρητικού και υπερσυντηρητικού μετώπου (παρά τους βαθύτατους διχασμούς τους) είναι πολύ πιθανόν να κερδίσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών της Βουλής και της Γερουσίας.
