Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τη συμπλήρωση, στις 26 Ιανουαρίου, πέντε χρόνων από την ορκωμοσία και την ανάληψη από τον Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν των καθηκόντων του ως ομοσπονδιακού προέδρου της Αυστρίας, έντονες είναι ήδη οι συζητήσεις εάν ο σήμερα 78χρονος πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου και πρώην αρχηγός των Πρασίνων επί έντεκα χρόνια θα διεκδικήσει, τον ερχόμενο Νοέμβριο, ακόμη μία φορά το ύπατο αξίωμα, έχοντας πιθανότατα και πάλι ως αντίπαλό του τον υποψήφιο της Ακροδεξιάς Νόρμπερτ Χόφερ.

Δέκα μήνες πριν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές, τίθεται το ερώτημα εάν ο Βαν ντερ Μπέλεν θα επιδιώξει μια δεύτερη θητεία και το πώς θα αντιδρούσαν τα κόμματα και οι ψηφοφόροι σε μια τέτοια επιλογή του, με αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση να φέρει το 64% των ερωτηθέντων να τον θεωρούν ως τον «ομοσπονδιακό πρόεδρο για όλους τους Αυστριακούς» – και περίπου στο ίδιο ποσοστό (63%) να θέλουν να είναι υποψήφιος ξανά.

Οι ψηφοφόροι των συγκυβερνώντων Πρασίνων και των Σοσιαλδημοκρατών της αντιπολίτευσης είναι ιδιαίτερα υπέρ της επανεκλογής του, την οποία υποστηρίζει επίσης ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, που ηγείται του κυβερνητικού συνασπισμού με τους Πράσινους.

Οπως θα αναμενόταν, κάτι τέτοιο απορρίπτεται από τους ψηφοφόρους του αντιπολιτευόμενου ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων, το οποίο ηγείται και συντονίζει, ως επί το πλείστον, τις κινητοποιήσεις και τις διαδηλώσεις των αντιεμβολιαστών και ποντάροντας στο σχετικά υψηλό ποσοστό τους μέσα στην κοινωνία, αλλά και στην εκλογική του δύναμη ως σταθερά τρίτο κόμμα, «φλερτάρει» ήδη με την ιδέα ενός δικού του υποψηφίου και μάλιστα με τον Νόρμπερτ Χόφερ, τον ηττημένο στις προεδρικές εκλογές του 2016, στοχεύοντας τώρα σε μια «ρεβάνς».

«Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι του Κόμματος των Ελευθέρων θέλουν δικό τους υποψήφιο, καθώς στην πλειονότητά τους δηλώνουν απογοητευμένοι από τον νυν ομοσπονδιακό πρόεδρο και ότι αυτός έχει (δήθεν) προδώσει τις προσδοκίες τους, παρά το γεγονός ότι ούτως ή άλλως ελάχιστοι από αυτούς τον είχαν εκλέξει το 2016», επισημαίνει ο ειδικός των δημοσκοπήσεων Ντάβιντ Πφάρχοφερ.

Το ιδανικό -ότι ένας ομοσπονδιακός πρόεδρος εκπροσωπεί τα συμφέροντα της Δημοκρατίας και ένας πρόεδρος είναι «για όλους τους Αυστριακούς»- δεν προκύπτει μεταξύ των ψηφοφόρων των Ελευθέρων, τα δύο τρίτα των οποίων δεν αναγνωρίζουν με τίποτε τον νυν πρόεδρο ως εκπρόσωπο ολόκληρου του πληθυσμού.

Ο Βαν ντερ Μπέλεν είχε πετύχει, με ποσοστό 53,8%, την οριστική νίκη του στον επαναληπτικό τρίτο γύρο των αυστριακών προεδρικών εκλογών στις 4 Δεκεμβρίου 2016, έναντι 46,2%, του ακροδεξιού υποψηφίου Νόρμπερτ Χόφερ (τότε υπαρχηγού, αργότερα -και μέχρι πρόσφατα- αρχηγού του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων), μια νίκη που είχε γίνει δεκτή με ιδιαίτερη ανακούφιση στην Ευρώπη.

Με την ορκωμοσία του στις 26 Ιανουαρίου 2017, ο Βαν ντερ Μπέλεν -ο οποίος είναι ο ένατος στη σειρά ομοσπονδιακός πρόεδρος στη μεταπολεμική Αυστρία και ο πρώτος οικολόγος στο ύπατο αξίωμα σε χώρα της Ευρώπης- αναλάμβανε για τα επόμενα έξι χρόνια τα νέα καθήκοντά του ως διάδοχος του προηγούμενου ομοσπονδιακού προέδρου της χώρας, επί δώδεκα χρόνια, Χάιντς Φίσερ.

Αυτή τη σημαδιακή ημέρα, πριν από πέντε χρόνια, έκλεινε ο κύκλος των πλέον παράδοξων εκλογών που έχουν διεξαχθεί στην Αυστρία μετά το 1945 και που σημαδεύτηκαν με τις αναβολές τους και τις συνολικά τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για την εκλογή προέδρου.

Κανονικά, η ορκωμοσία του νέου προέδρου ήταν προγραμματισμένη για τις 8 Ιουλίου 2016, αναβλήθηκε όμως και το αξίωμα παρέμεινε για έξι μήνες κενό, εξαιτίας της αμφιλεγόμενης ακύρωσης από το Αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο την 1η Ιουλίου της ίδιας χρονιάς –λόγω προσφυγής της Ακροδεξιάς κατά του αποτελέσματος– του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών της 22ας Μαΐου 2016, του οποίου νικητής ήταν επίσης ο Βαν ντερ Μπέλεν.

Η προσφυγή είχε γίνει αποδεκτή από το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο, με την ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, πρωτοφανή στα διεθνή χρονικά, απόφασή του είχε ακυρώσει ολόκληρη την εκλογική διαδικασία, ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες για μελλοντικές προσφυγές κατά μη αρεστών εκλογικών αποτελεσμάτων οποιουδήποτε επιπέδου.

Για τις προεδρικές εκλογές του 2016 υπήρξε επίσης και ο μεγαλύτερος σε διάρκεια στην αυστριακή ιστορία προεκλογικός αγώνας, συνολικά δώδεκα μηνών, όταν, χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, είχε προσπαθήσει να τον μετατρέψει σε μια άγρια αρένα η αυστριακή Ακροδεξιά, η οποία συμμετείχε αργότερα, μεταξύ Δεκεμβρίου 2017 και Μαΐου 2019, σε συγκυβέρνηση με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του πρόσφατα παραιτηθέντος, για ενδεχόμενη εμπλοκή σε σκάνδαλο, καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς.

Με την τρίτη ετυμηγορία τους, στις 4 Δεκεμβρίου 2016, και προς ανακούφιση της υπόλοιπης Ευρώπης οι Αυστριακοί ψηφοφόροι στην πλειοψηφία τους είχαν δώσει τουλάχιστον δύο ξεκάθαρα μηνύματα, ότι δηλαδή δεν θέλουν έναν ακροδεξιό –ή κατά τον συνήθη υποκριτικό όρο-ευφημισμό «δεξιό λαϊκιστή»– ομοσπονδιακό πρόεδρο και ότι επίσης υποστηρίζουν την παραμονή τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που σίγουρα έθετε και θέτει υπό αμφισβήτηση η αυστριακή Ακροδεξιά.