Οι διαπραγματεύσεις στην COP26 για την κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη συνεχίζονται και σήμερα, προκειμένου να εξευρεθούν συμβιβασμοί όσον αφορά τη βοήθεια στις φτωχότερες χώρες και όσον αφορά τα ορυκτά καύσιμα.
Χθες το πρωί η βρετανική προεδρία της συνόδου του ΟΗΕ για το κλίμα έδωσε στη δημοσιότητα ένα δεύτερο σχέδιο τελικής διακήρυξης που όμως κατέδειξε ότι υπάρχει ακόμη μεγάλη διάσταση απόψεων μεταξύ των 200 χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνία του Παρισιού το 2016 και οι διαπραγματεύσεις που ήταν να ολοκληρωθούν στις18:00 (τοπική ώρα· στις 20:00 ώρα Ελλάδας) παραμένουν σε εξέλιξη.
Σήμερα ενώπιον των 200 αντιπροσωπειών, που συμμετέχουν στη σύνοδο για το κλίμα στη Γλασκώβη, παρουσιάστηκε ένα τρίτο προσχέδιο κειμένου, που διατηρεί τη βασική απαίτηση για τις χώρες προκειμένου να θέσουν πιο φιλόδοξους στόχους για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας, ενώ ζητάει από αυτές τη σταδιακή κατάργηση των αναποτελεσματικών επιδοτήσεων για τα ορυκτά καύσιμα που υπερθερμαίνουν τον πλανήτη.
Η πρόταση διατήρησε τη βασική προϋπόθεση για τις χώρες αναφορικά με την κατάρτιση πιο αυστηρών δεσμεύσεων για το κλίμα από την επόμενη χρονιά, σε μία προσπάθεια γεφύρωσης του κενού που υπάρχει, μεταξύ των τωρινών σχεδίων για τη μείωση των εκπομπών αυτή τη δεκαετία, αλλά και των –ουσιαστικά- πιο δραστικών μειώσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τους επιστήμονες, για να σταματήσει η αύξηση της θερμοκρασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, άνω των 15 βαθμών Κελσίου, με καταστροφικές συνέπειες.
Το ίδιο σχέδιο, ζητάει από τις πλούσιες χώρες να διπλασιάσουν από το 2025 την οικονομική τους υποστήριξη, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2019, ώστε να βοηθήσουν τις φτωχές χώρες να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Το προηγούμενο σχέδιο συμφωνίας είχε χρησιμοποιήσει τα επίπεδα του 2020 ως την κεντρική γραμμή του, με τις χώρες να έρχονται σε σύγκρουση σήμερα, σχετικά «με την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών» και τα υπέρογκα κόστη με τα οποία έχουν ήδη βρεθεί αντιμέτωπες από την κλιματική αλλαγή. Το σχέδιο διατηρούσε μία απαίτηση από τις χώρες, προκειμένου να καταργήσουν σταδιακά «μία ξεπερασμένη ισχύ από τον άνθρακα» με αναφορά στις μονάδες παραγωγής ενέργειας που δεν χρησιμοποιούν τεχνολογία εγκλωβισμού των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, όπως επίσης και τις «μη ικανοποιητικές επιδοτήσεις για τα ορυκτά καύσιμα».
Αλλά, η πρόβλεψη του σχεδίου ότι οι χώρες «θα πρέπει να επιταχύνουν τις προσπάθειές τους» για την τήρηση των παραπάνω απαιτήσεων φαίνονται πιο αδύναμες σε σύγκριση με τις προβλέψεις του προηγούμενου σχεδίου, το οποίο ζητούσε από τις χώρες να προχωρήσουν ταχύτερα σε σταδιακή κατάργηση.
Ωστόσο, πρόκειται για την πρώτη αναφορά σε ορυκτά καύσιμα εντός συμπερασμάτων του ΟΗΕ σε διάσκεψη για το κλίμα, αν αυτή επιβιώσει από τις διαπραγματεύσεις.
Οι χώρες που είναι μεγάλοι παραγωγοί ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας και της Σαουδικής Αραβίας, επιχείρησαν να αλλάξουν τη διατύπωση του κειμένου στο σύνολό του, κατά τη χθεσινή ημέρα, σύμφωνα με όσα δήλωσαν εκπρόσωποι που βρίσκονται κοντά στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων.
Το τελευταίο κείμενο τονίζει ότι οι χώρες πρέπει να υποστηρίξουν μία «σωστή μετάβαση» όταν περιορίζουν σταδιακά τις επιδοτήσεις των στερεών καυσίμων, μία αναφορά που είναι απαραίτητη προκειμένου να βοηθηθούν οι εργαζόμενοι και οι περιοχές που εξαρτώνται από τις βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων και τη μετάβασή τους σε καθαρότερους τομείς βιομηχανικής δραστηριότητας, αλλά και θέσεις εργασίας.
Η αποτυχία αυτής της COP θα στένευε ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για την επίτευξη του στόχου της συμφωνίας του Παρισιού, δηλαδή να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη «κάτω» από τους 2° Κελσίου σε σύγκριση με την προβιομηχανική εποχή, ει δυνατόν στον 1,5° Κελσίου.
Ο πλανήτης εξακολουθεί να οδεύει προς μια «καταστροφική» αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,7°, προειδοποιεί ο ΟΗΕ, παρά τις νέες δεσμεύσεις με ορίζοντα το 2030 που ανακοινώθηκαν λίγο προτού αρχίσει η COP26 και κατά τη διάρκειά της.
Ένα από τα ζητήματα που προκαλεί τις οξύτερες αντιπαραθέσεις: η οικονομική πτυχή για τις φτωχότερες χώρες –που ευθύνονται λιγότερο για την κλιματική αλλαγή μεν, αλλά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των συνεπειών της– ώστε να μειώσουν τις εκπομπές τους και να προετοιμαστούν για να αντιμετωπίσουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τους καύσωνες και τις ξηρασίες, που πολλαπλασιάζονται.
Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον, που είναι και ο οικοδεσπότης της COP26,είπε μπροστά στην κάμερα του BBC πως θέλει να δει τα πλούσια κράτη να βάζουν «λεφτά πάνω στο τραπέζι» για να «βοηθηθούν οι αναπτυσσόμενες χώρες να προχωρήσουν στις απαραίτητες αλλαγές (…). Αυτό πρέπει να γίνει τις επόμενες ώρες».
«Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σε αυτή την COP – αλλά μπορούμε να αρχίσουμε», πρόσθεσε, μοιάζοντας πάντως λιγότερο αισιόδοξος απ’ ό,τι πριν από την έναρξη της συνόδου ως προς την επίτευξη του διακηρυγμένου σκοπού του, «να μείνει ζωντανός (ο στόχος) για τον 1,5° Κελσίου».
Το 2009 οι πλούσιες χώρες υποσχέθηκαν να αυξήσουν από το 2020 τη βοήθειά τους στις φτωχότερες χώρες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στα 100 δισεκ. δολάρια τον χρόνο. Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε ποτέ, οξύνοντας τη δυσαρέσκεια των αναπτυσσόμενων κρατών, με φόντο την παγκόσμια υγειονομική κρίση που κάνει ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα γι’ αυτά.
Οι φτωχότερες χώρες, που ευθύνονται για μικρό μέρος των παγκόσμιων εκπομπών, επιμένουν η χρηματοδότηση να λαμβάνει υπόψη «τις απώλειες και τις ζημίες» που υφίστανται ολοένα πιο συχνά.
Μη κυβερνητικές οργανώσεις κατηγορούν την ΕΕ και τις ΗΠΑ ότι εμπόδισαν κάθε πρόοδο στην πτυχή αυτή, με την Climate Action Network να θεωρεί πως η στάση τους «έθεσε σε κίνδυνο» την επιτυχία της συνόδου. «Το εάν θα φύγουμε από την COP26 με αξιοπρεπές αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί βασικά από τη βούληση των ΗΠΑ και της ΕΕ να προσφέρουν υποστήριξη στις αναπτυσσόμενες χώρες», συνόψισε ο Μοχάμεντ Άντοου, του ινστιτούτου μελετών Power Shift Africa.
Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φρανς Τίμερμανς δήλωσε πάντως σίγουρος ότι «θα βρούμε λύση για να βοηθήσουμε τις ευάλωτες χώρες να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές και τις ζημίες που έχουν υποστεί ήδη από την κλιματική κρίση».
Οι εκτιμήσεις για τις χρηματοδοτικές ανάγκες των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών κυμαίνονται από τα 750 δισεκ. ως το 1,3 τρισεκ. δολάρια σε ετήσια βάση.
