Δεν κρύβει πλέον τις προθέσεις του ο επίδοξος νέος καγκελάριος της Γερμανίας, Ολαφ Σολτς, θεωρώντας πως η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων έστειλε «σαφές μήνυμα» ότι θέλει εκείνον να ηγηθεί μιας κυβέρνησης συνασπισμού υπό τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), μαζί με τους άλλους δύο μικρότερους νικητές των ομοσπονδιακών εκλογών: τους Πράσινους και τους (νεοφιλ)Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP). Θεώρηση που δεν βασίζεται απλά στον προφανή διακαή του πόθο να βρεθεί στο τιμόνι της χώρας -ιδανικά μέχρι τα Χριστούγεννα- αλλά επιβεβαιώνεται από σειρά μετεκλογικών δημοσκοπήσεων.
Ενδεικτικά και μόνο, σύμφωνα με το τελευταίο γκάλοπ του Infratest Dimap για το κανάλι ARD, το 62% των ερωτηθέντων επιθυμεί να γίνει καγκελάριος ο Σολτς έναντι μόλις 16% που θα ’θελε να δει στη θέση αυτή τον Χριστιανοδημοκράτη Αρμιν Λάσετ, ο οποίος χρεώνεται την ιστορική πανωλεθρία των χριστιανικών «αδελφών» κομμάτων CDU/CSU στις κάλπες της περασμένης Κυριακής και δείχνει να βρίσκεται σε άμεση τροχιά αποδρομής από την ηγεσία του πρώτου.
Επιπλέον, το 55% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ του λεγόμενου συνασπισμού «φανάρι» μεταξύ SPD, FDP και Πρασίνων (από το κόκκινο, κίτρινο και πράσινο χρώμα των τριών), όπως προκύπτει άλλωστε κι από το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Σολτς ευελπιστεί να ξεκινήσει μέσα στη βδομάδα τις πρώτες διερευνητικές επαφές με τους δύο πιθανούς εταίρους του – τους «κλειδοκράτορες» πρακτικά της επόμενης κυβερνητικής συμμαχίας, ακόμα και στο απίθανο σενάριο τυχόν σύμπραξης με το χριστιανικό συντηρητικό μπλοκ.
Παράλληλα βέβαια, ακριβώς εκεί -στο στρατόπεδο των ηττημένων της Δεξιάς- «σφάζονται» για την ταπεινωτική εκλογική έκβαση, με σύσσωμους σχεδόν τους Χριστιανοδημοκράτες και Χριστιανοκοινωνιστές να «βράζουν» εναντίον του Λάσετ, όχι μόνο λόγω αυτού καθ’ αυτού του στραπάτσου αλλά και επειδή εξακολουθούσε ώς χθες να επιμένει ότι θα μπορούσε κάλλιστα να βρεθεί εκείνος στη θέση του Σολτς και να διερευνήσει το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με Πράσινους και Ελεύθερους Δημοκράτες.
Μεγάλες ευθύνες
«Ποιος μπορεί να δώσει στον Αρμιν Λάσετ να καταλάβει ότι τελείωσε; Η αμεριμνησία με την οποία προσπαθεί να κρύψει την πολιτική του αποτυχία είναι ανησυχητική», έγραφε χαρακτηριστικά η Süddeutsche Zeitung απηχώντας την κάκιστη εσωκομματική ατμόσφαιρα, εν μέσω πληροφοριών σε άλλα γερμανικά ΜΜΕ πως ο Λάσετ γλίτωσε παρά τρίχα την εκπαραθύρωση από την ηγεσία του CDU στη συνεδρίαση του προεδρείου του κόμματος τη Δευτέρα.
Χωρίς πολλή έμφαση στην αυτοκριτική περί των μεγάλων εσωκομματικών ευθυνών για την επιλογή ενός ξεκάθαρα αντιδημοφιλούς και αδύναμου υποψήφιου διαδόχου της Ανγκελα Μέρκελ, η Χριστιανική Ενωση στρέφει ομαδόν τα πυρά της στον Λάσετ, βλέποντας με σοκ και δέος στο εκλογικό αποτέλεσμα όχι μόνο την πρωτοφανή της βύθιση κατά σχεδόν εννιά μονάδες στο 24,1% -το χαμηλότερο ποσοστό σε εθνικές εκλογές μεταπολεμικά- και τη συρρίκνωση της Κοινοβουλευτικής της Ομάδας κατά 1/5, αλλά επίσης τον ορατό κίνδυνο οι Χριστιανοδημοκράτες να βρεθούν μόνιμα δεύτερο ή τρίτο κόμμα σε κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας μετά τις τοπικές νίκες του ακροδεξιού AfD.
Αναμενόμενα, τα μαχαίρια κατά του Λάσετ βγήκαν και στη χθεσινοβραδινή πρώτη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των CDU/CSU, ενώ έντονες διαφωνίες ανάμεσα σ’ εκείνον και τον επικεφαλής των Χριστιανοκοινωνιστών, Μάρκους Ζέντερ, ξέσπασαν ακόμα και στο ζήτημα της εκλογής του επικεφαλής της Κ.Ο. «Σαφώς τις μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνει καγκελάριος έχει αυτή τη στιγμή ο Ολαφ Σολτς. Είναι η σειρά του SPD», τόνισε δηκτικά ο Ζέντερ (που έχασε υπέρ του Λάσετ το εσωκομματικό χρίσμα του υποψήφιου καγκελάριου), υποστηρίζοντας χωρίς περιστροφές ότι από την «ξεκάθαρη δεύτερη θέση δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί πραγματικά» μια εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Σε αντίθεση μάλιστα με τον Λάσετ, έδωσε συγχαρητήρια στον Σολτς για τη νίκη του, θεωρώντας τον συνασπισμό «φανάρι» τον πιθανότερο για την επόμενη κυβέρνηση. Αν πάντως κάτι τέτοιο δεν καταστεί εφικτό, επισήμανε, τότε η Χριστιανική Ενωση θα πρέπει να είναι έτοιμη να ξεκινήσει συνομιλίες για συνασπισμό «Τζαμάικα» (από τη μαυρο-κιτρινο-πράσινη σημαία της χώρας) μεταξύ CDU/CSU, FDP και Πρασίνων. Ο Ζέντερ ωστόσο κράτησε αποστάσεις από τη φημολογία πως θα μπορούσε ο ίδιος να ηγηθεί τέτοιων συνομιλιών ως δυνάμει καγκελάριος αντί του Λάσετ.

«Μπορέσαμε να αποτρέψουμε έναν κοκκινο-κοκκινο-πράσινο συνασπισμό [Σοσιαλδημοκρατών, Αριστεράς, Πρασίνων], αλλά αυτή είναι η μόνη παρηγοριά», φέρεται να σημείωσε από την πλευρά του ο Λάσετ με βάση την Bild, παραδεχόμενος ότι έκανε εκούσια και ακούσια «λάθη». «Θέλω να ζητήσω συγγνώμη σε όσους υπέφεραν ως αποτέλεσμα», φέρεται να συμπλήρωσε, δίνοντας πλέον σκληρή μάχη για την πολιτική του επιβίωση αφού βουλευτές και στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών ζητούν επιτακτικά αν όχι την… κεφαλήν του επί πίνακι, έστω την παραίτησή του και τη συνολική ανανέωση του CDU λόγω «υπαρξιακού κινδύνου» να πάψει να θεωρείται μια μεγάλη πολυσυλλεκτική παράταξη.
Το Die Linke
Στους χαμένους των εκλογών συγκαταλέγεται και το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke) που καταβαραθρώθηκε επίσης εκλογικά, εν μέρει λόγω της δεξιάς εκστρατείας δαιμονοποίησής του και εκφοβισμού του εκλογικού σώματος περί «κόκκινου κινδύνου», αν κατέληγε να συμμετάσχει σε κυβερνητικό συνασπισμό. Απώλεια περίπου δύο ποσοστιαίων μονάδων και πιθανότατα της θέσης του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης κατέγραψε παράλληλα το ακροδεξιό AfD, δείχνοντας πάλι την ισχύ του στην ανατολική Γερμανία και συγκεκριμένα στη Σαξονία, όπου επανεξελέγη πρώτο κόμμα, αλλά και στη Θουριγγία, όπου επικράτησε πρώτη φορά.
Κεφαλαιοποίησε μεν τη δυσφορία μερίδας ψηφοφόρων των Χριστιανοδημοκρατών, πολιτικοί αναλυτές όμως εκτιμούν πως φαίνεται να εξαντλεί τις πιθανότητες να διευρύνει περαιτέρω τις δυνάμεις του σε ομοσπονδιακό επίπεδο, πέραν δηλαδή των προπύργιών του στα ανατολικά κρατίδια της χώρας.
