Oλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Αν και ελληνικός ο στίχος, ταιριάζει αρκετά με το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών. Ναι, σίγουρα η Μέρκελ φεύγει και δεν θα μας λείψει. Ναι, η δεξιά συμμαχία έλαβε το χειρότερο αποτέλεσμα στην Ιστορία της. Ομως, τελικά, τη χωρίζει μόλις μιάμιση μονάδα από το σοσιαλδημοκρατικό SPD, που ήρθε πρώτο στις ομοσπονδιακές εκλογές ύστερα από 19 συναπτά έτη, αλλά με το χαμηλότερο ιστορικά ποσοστό νίκης.
Και όχι, η αμείλικτη αριθμητική δεν αφήνει καμία πιθανότητα για προοδευτικό κυβερνητικό συνασπισμό με Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Αριστερά (Die Linke). Oσο «προοδευτικό» θα μπορούσε να είναι ένα σχήμα με κορμό το δεξιόστροφο SPD και τους κεντρώους Πράσινους. Τι μπορεί να έφταιξε;
Μια πολύ εύστοχη ερμηνεία δίνει η Κάτια Αντλερ, η επικεφαλής ευρωπαϊκών θεμάτων του BBC: «Πριν από αυτές τις εκλογές έγινε υπερβολικά πολύς λόγος σχετικά με το πόσο θα άλλαζε, δραματικά ενδεχομένως, η Γερμανία ύστερα από 16 χρόνια θητείας της Μέρκελ. Ωστόσο, στην προεκλογική εκστρατεία, τόσο ο επικεφαλής του συντηρητικού όσο και του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος εμφανίζονταν ως συνεχιστές. Οι Γερμανοί μιλούν για αλλαγή, οι περισσότεροι όμως λαχταρούν την ασφάλεια. Αυτό που μάλλον βλέπουμε μετά τις εκλογές είναι μια περιορισμένη αλλαγή. Ας την ονομάσουμε αλλαγή με άλφα μικρό».
Αυτή η μικρή αλλαγή έδωσε μεν στο SPD τη νίκη, σίγουρα όμως δεν του επιτρέπει να πανηγυρίζει. Ισως μάλιστα ένας λόγος για τον οποίο δεν εκτοξεύτηκε να είναι ότι «μυρίζει ναφθαλίνη». «Για να μιλήσουμε για ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, θα έπρεπε να υπήρχε στο πρόγραμμα του SPD κάτι πραγματικά καινούργιο. Το πρόγραμμά του όμως είναι το απολύτως κλασικό», είπε σε διαδικτυακό διάλογο με τους αναγνώστες ο ανταποκριτής της Le Monde στη Γερμανία Τομάς Βιντέρ.
Διφορούμενα τα μηνύματα για τους Πράσινους, οι οποίοι αύξησαν σημαντικά τα ποσοστά τους σε σχέση με το 2017. Τα περισσότερα διεθνή ΜΜΕ κάνουν λόγο για σημαντική επιτυχία. Τα γερμανικά όμως μιλούν για μικρή ήττα και «προσγείωση στην πραγματικότητα». Ηττα, δηλαδή, σε σχέση πάντα με τις προσδοκίες που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας της Αναλένα Μπέρμποκ για την καγκελαρία και τα γκάλοπ που για ένα σύντομο διάστημα τους έδιναν την πρώτη θέση.
Σημαντικό μερίδιο ευθύνης για αυτό το «ξεφούσκωμα» φέρνει φυσικά η ίδια η υποψήφια, η οποία με την απειρία της, τις γκάφες της και προσωπικά σκάνδαλα που αφορούσαν το παραφουσκωμένο βιογραφικό της και τη λογοκλοπή στο διδακτορικό της. «Ο αποφασιστικός παράγοντας ήταν άλλος», εκτιμά η αριστερίζουσα εφημερίδα Tageszeitung: «Το μήνυμα των Πράσινων για αλλαγή προσέκρουσε σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία με μια κοινωνία ταλαιπωρημένη και συγκλονισμένη από τον κορονοϊό, η οποία αποζητούσε σταθερότητα».
Η Die Linke είναι αναμφισβήτητα η μεγάλη ηττημένη του φερόμενου προοδευτικού χώρου αφού καταποντίστηκε πιάνοντας μόλις 4,9%, χάνοντας το μισό ποσοστό της συγκριτικά με το 2017 και πέφτοντας κάτω από το όριο εισόδου του 5% στη Βουλή. Το κόμμα της Αριστεράς μάλιστα θα έμενε χωρίς εκπροσώπηση στην Μπούντεσταγκ αν δεν υπήρχε το σύστημα της άμεσης εκλογής χάρη στο οποίο αν κάποιος βουλευτής εκλεγεί στην περιφέρειά του μπαίνει αυτομάτως στη Βουλή, ακόμα κι αν το κόμμα του δεν πιάσει το 5%. Η συμπρόεδρος του κόμματος Σουζάνε Χένιγκ-Βέλσοφ παραδέχτηκε πως είναι μια «βαριά ήττα».
«Το κόμμα της Αριστεράς έχασε συνολικά ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους προς το SPD και τους Πράσινους – προφανώς, γιατί προτιμούν κόμματα που διοικούν και δεν θέλουν απλά να έχουν δίκιο», έγραφε μεταξύ άλλων σε ένα ιδιαίτερα καυστικό άρθρο της η Tageszeitung. «Οταν το SPD προτίθεται να αυξήσει τον κατώτατο μισθό στα 12 ευρώ την ώρα και μπορεί να το κάνει και η Αριστερά προτείνει 13 ευρώ χωρίς να μπορεί να το πραγματοποιήσει, ποιον ψηφίζεις;». Δεν είναι όμως μόνο η λογική της «χρήσιμης ψήφου» που έπαιξε ρόλο.
To μπαλατζάρισμα μεταξύ ριζοσπαστισμού και ρεαλιστικών προσδοκιών, η υπερβολική πολυφωνία και οι συνεχείς εσωτερικές έριδες των τελευταίων ετών φαίνεται πως έπνιξαν το μήνυμα, όποιο κι αν ήταν αυτό. «Οσο ανίκανη στάθηκε η Die Linke να πείσει ως ικανός δυνητικός κυβερνητικός εταίρος, άλλο τόσο ανίκανη στάθηκε να αρθρώσει ένα σαφές μήνυμα στα μείζονα πολιτικά ζητήματα», έγραφε σε άλλο άρθρο της η Tageszeitung. «Στο μεταναστευτικό, για παράδειγμα», συνέχιζε η γερμανική εφημερίδα «πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες θέλουν ανοιχτά σύνορα, αλλά η Σάρα Βάγκενκνεχτ, η πιο γνωστή γυναίκα πολιτικός του κόμματος, δεν τα θέλει καθόλου».
Η Βάγκενκνεχτ, για την ιστορία, κατέβηκε υποψήφια στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας όπου ήρθε πρώτο το SPD και καταποντίστηκε. Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών θα πρέπει να αποτελέσουν, αν μη τι άλλο, αφετηρία προβληματισμού για όλα τα κόμματα που εντάσσουν εαυτούς στην ευρύτερη Αριστερά.
