Η τήρηση των συμφωνιών του Μινσκ θα οδηγήσει σε άρση των κυρώσεων προς τη Ρωσία, σύμφωνα με τις δηλώσεις που έκανε μετά το τέλος της συνόδου του G7 στη Γερμανία η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Τόνισε μάλιστα πως οι ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων της Ομάδας των Επτά πιο αναπτυγμένων βιομηχανικά κρατών του πλανήτη είναι έτοιμοι, εάν κριθεί αναγκαίο, να «ενισχύσουν τις κυρώσεις» που επιβάλλονται στη Ρωσία λόγω της ανάμιξής της στην ουκρανική κρίση.
Όπως επισήμανε στη συνέντευξη Τύπου από τη Βαυαρία η καγκελάριος Μέρκελ, οι ηγέτες θέλουν η Ρωσία και η Ουκρανία να τηρήσουν πλήρως τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που συμφωνήθηκε την 12η Φεβρουαρίου στο Μινσκ, την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, ανάμεσα στους φιλορώσους αυτονομιστές στην ανατολική Ουκρανία και την ουκρανική κυβέρνηση.
Ωστόσο υποστήριξε πως οι Δυτικοί ηγέτες είναι έτοιμοι, «εάν η κατάσταση κλιμακωθεί, πράγμα το οποίο δεν επιθυμούμε, να ενισχύσουμε τις κυρώσεις εάν η κατάσταση το καταστήσει αναγκαίο. Όμως πιστεύουμε», είπε, «ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα προκειμένου να προχωρήσει μπροστά η πολιτική διαδικασία του Μινσκ».
«Η άρση των κυρώσεων συνδέεται με την τήρηση των συμφωνιών του Μινσκ», τόνισε η Άνγκελα Μέρκελ.
Την πρόθεση της G7 να επιβάλει εκ νέου κυρώσεις επιβεβαίωσε στις δηλώσεις του και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα. Όπως δήλωσε, «είδαμε ξανά τις τελευταίες ημέρες, ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να επιχειρούν στην ανατολική Ουκρανία, παραβιάζοντας την εθνική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα” της χώρας αυτής.
Τόνισε επίσης πως η Ρωσία «βρίσκεται σε βαθιά ύφεση. Επομένως οι ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία πλήττουν τη Ρωσία και πλήττουν το ρωσικό λαό». Γι’ αυτό η G7 «καθιστά σαφές ότι εάν είναι απαραίτητο θα επιβάλουμε επιπρόσθετες σημαντικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας».
Κοινό μέτωπο έναντι της Ρωσίας
Στο ίδιο κλίμα ήταν και το επίσημο ανακοινωθέν της συνόδου κορυφής της G7, όπου επισημαίνεται πως υπάρχει ανησυχία «για την πρόσφατη κλιμάκωση των μαχών στη γραμμή επαφής. Επαναλαμβάνουμε την έκκλησή μας για την πλήρη τήρηση της εκεχειρίας και την απόσυρση όλων των βαρέων όπλων που έχουμε απευθύνει σε όλα τα μέρη».
Η Ομάδα των Επτά (Γερμανία, Καναδάς, ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία και Ιαπωνία) προσπαθουν να επιδείξουν κλίμα ενότητας και κοινού μετώπου έναντι της Ρωσίας, η οποία αποκλείεται από τις συνόδους αφότου προσάρτησε την Κριμαία τον Μάρτιο του 2014. Η προσάρτηση αυτή είχε ωσ συνέπεια την επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έτσι, η ανακοίνωση της G7 επισημαίνει: «Υπενθυμίζουμε ότι η διάρκεια των κυρώσεων (…) συνδέεται ξεκάθαρα με την πλήρη εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας της Ουκρανίας από τη Ρωσία». Σημειώνει ότι οι κυρώσεις θα μπορέσουν να αρθούν «όταν η Ρωσία τιμήσει τις δεσμεύσεις της» και την καλεί να «διακόψει κάθε υποστήριξη στις δυνάμεις των αυτονομιστών πέραν των συνόρων» και να «ασκήσει τη σημαντική επιρροή που διαθέτει στους αυτονομιστές» ώστε να εφαρμόσουν τις δεσμεύσεις του Μινσκ.
Κλιματική αλλαγή
Στις δηλώσεις της η Άνγκελα Μέρκελ αναφέρθηκε και στην κλιματική αλλαγή, λέγοντας ότι οι χώρες της G7 παραμένουν δεσμευμένες στον στόχο να περιοριστεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας παγκοσμίως στους 2 βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με την προβιομηχανική εποχή. Όπως επισήμανε, τα κράτη-μέλη της G7 έχουν δεσμευτεί να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον χρόνο για περιβαλλοντικούς σκοπούς, τόσο από δημόσιους όσο και από ιδιωτικούς πόρους.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ εξέφρασε την ικανοποίησή του επειδή η G7 ανέλαβε «φιλόδοξες και ρεαλιστικές δεσμεύσεις» στη μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής, εν όψει της Διάσκεψης του Παρισιού τον Δεκέμβριο. «Όλες οι παρεμβάσεις σήμερα επέτρεψαν να φθάσουμε τους στόχους που ήθελα να θέσω σε αυτή την G7», δήλωσε ο Ολάντ στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου και παρακίνησε στην ανάληψη ισχυρών δεσμεύσεων στο τμήμα του κοινού ανακοινωθέντος της G7 που αναφέρεται στο κλίμα.
Ο Γάλλος πρόεδρος υπογράμμισε τις προτεραιότητες που περιλαμβάνονται στην τελική διακήρυξη, ιδίως μείωση κατά 40 έως 70% των εκπομπών άνθρακα από σήμερα έως το 2050. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση των πρωτοβουλιών για το κλίμα, επισήμανε πως «δεν υπάρχει μόνο η διαβεβαίωση ότι θα υπάρχουν 100 δισεκατομμύρια δολάρια για την ενεργειακή μετάβαση” κάθε χρόνο, αρχής γενομένης το 2020, αλλά και ότι επιπλέον πόροι «θα καθοριστούν».
«Δεν έχουμε το δικαίωμα να αποτύχουμε, πρέπει η επιτυχία να είναι στο ραντεβού», τόνισε αναφερόμενος στη Διάσκεψη του Παρισιού.
Και για Deutsche Bank
Η Άνγκελα Μέρκελ ρωτήθηκε και για την παραίτηση των Γιούργκεν Φίτσεν και Ανσού Τζάιν, κορυφαίων στελεχών της Deutsche Bank στον απόηχο χρηματοοικονομικών σκανδάλων. Σημείωσε πως δεν εξεπλάγη από την παραίτηση των δύο διευθυνόντων συμβούλων της Deutsche Bank, και απέφυγε να κάνει περαιτέρω σχόλια για την απόφασή τους.
Πρόκειται για απόφαση που «ελήφθη από μια εταιρεία. Δεν μου προκάλεσε έκπληξη», είπε και τόνισε: «Δεν θα ήθελα να σχολιάσω περαιτέρω. Θέλω η Deutsche Bank να είναι επιτυχημένη και πρέπει να λαμβάνει τις δικές της αποφάσεις όπως κι όλες οι άλλες επιχειρήσεις της Γερμανίας».
