Ο Τζουζέπε Κόντε αποτελεί παρελθόν και ο Μάριο Ντράγκι είναι, όπως όλα δείχνουν, ο επόμενος πρωθυπουργός της Ιταλίας. Η προσπάθεια σχηματισμού μιας «τρίτης κυβέρνησης Κόντε» απέτυχε λόγω των διαφωνιών του κόμματος του Ματέο Ρέντσι, Ζωντανή Ιταλία, με όλους τους άλλους εταίρους σε ό,τι αφορά τα πρόσωπα και το πρόγραμμα της κυβερνητικής συμμαχίας.
Ο πρόεδρος Σέρτζιο Ματαρέλα, διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο ισχυρό χαρτί του πριν αναγκαστεί να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Εξήγησε ότι με την πανδημία δεν πρέπει να στηθούν κάλπες και κάλεσε στο μέγαρο Κυρηνάλιο τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, για να του αναθέσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Τόσο ο εντολοδόχος πρωθυπουργός όσο και ο Ιταλός πρόεδρος δήλωσαν ξεκάθαρα ότι θα πρέπει να συγκροτηθεί κυβέρνηση «υψηλών προδιαγραφών». Κάτι που σημαίνει, ουσιαστικά, ότι ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ δεν εννοεί να δεχτεί κατά τη διακυβέρνησή του συνεχείς πιέσεις και βέτο από μέρους των κομμάτων.
Ο Ντράγκι δήλωσε ήδη ότι τα κύρια σημεία στα οποία εννοεί να ρίξει βάρος είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας εμβολιασμού των Iταλών, η ανάκαμψη της οικονομίας και η συνολική, αποτελεσματική καταπολέμηση της πανδημίας. Στόχος του, επίσης, είναι η όσο γίνεται αποτελεσματικότερη χρήση των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης από το οποίο η Ιταλία πρέπει να λάβει 208 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα τεράστιο ποσόν, το οποίο οι κακές γλώσσες υποστηρίζουν ότι ήταν και η αιτία της πτώσης του Κόντε. Παρά τις επίσημες δηλώσεις τους, δηλαδή, οι περισσότεροι πολιτικοί ιθύνοντες της χώρας φέρονται να μην ήθελαν να αφήσουν να διαχειριστεί τα πρωτοφανή αυτά κονδύλια ένας καθηγητής Νομικής που μπήκε στην πολιτική αρένα πριν από μόλις δυόμισι χρόνια.
Σε ό,τι αφορά τον Ντράγκι, υπάρχουν, πάντως, ακόμη κάποια ερωτήματα και πρακτικά προβλήματα. Το κύριο θέμα είναι τι είδους πολιτική θα εφαρμόσει, αν τελικά καταφέρει να εξασφαλίσει την αναγκαία πλειοψηφία. Οι σχολιαστές θεωρούν ότι υπήρξαν τρεις «εποχές Ντράγκι»: εκείνη των σπουδών του με κεϊνσιανούς οικονομολόγους. Εκείνη των ιδιωτικοποιήσεων, όταν εργάστηκε στο ιταλικό υπουργείο Θησαυροφυλακίου. Και η γνωστή θητεία του ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μια περίοδος κατά την οποία πολλοί Ιταλοί θεωρούν ότι φέρθηκε υπερβολικά σκληρά στην Ελλάδα, αλλά παράλληλα υπογραμμίζουν ότι, με την «ποσοτική χαλάρωση» που υιοθέτησε, κατάφερε να σώσει την ευρωζώνη.
Σε πρόσφατες δηλώσεις του, ο τραπεζίτης και πιθανός μελλοντικός πρωθυπουργός τάχθηκε υπέρ της στήριξης των δημόσιων οικονομιών που επλήγησαν από τις συνέπειες του κορονοϊού και θέλησε να αναφερθεί στη δυνατότητα δημιουργίας ενός «καλού δημόσιου χρέους». Με αναφορά, δηλαδή, σε επενδύσεις οι οποίες στη συνέχεια θα πολλαπλασιάσουν τις θέσεις εργασίας και θα δημιουργήσουν χρήσιμες υποδομές. Υπάρχει η ελπίδα, δηλαδή, να υπερισχύσει η τελευταία, αυτή πλευρά, και όχι εκείνη του αποστασιοποιημένου, τεχνοκράτη οικονομολόγου.
Ακόμη, βέβαια, δεν είναι σίγουρο ότι θα προκύψει η αναγκαία κοινοβουλευτική στήριξη στη νέα κυβέρνηση. Υπέρ της προσπάθειας του Ντράγκι αναμένεται να ταχθούν το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι και ο Ματέο Ρέντσι. Τα Πέντε Αστέρια φέρονται να είναι διχασμένα, αλλά ο ιδρυτής τους, Μπέπε Γκρίλο, εμφανίστηκε αρνητικός. «Οχι» ετοιμάζεται να πει και η Ιταλική Αριστερά, ενώ η Λέγκα δεν έχει ακόμη εκφραστεί. Ο Ματέο Σαλβίνι, ωστόσο, τις προηγούμενες εβδομάδες είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα ήταν αντίθετος στην πρωθυπουργία Ντράγκι, προκειμένου να φύγει ο Κόντε. Τα ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας, τέλος, δήλωσαν ότι δεν θα μπουν στην κυβέρνηση και ότι θα ψηφίζουν κατά περίπτωση.
Το όλο τοπίο είναι ακόμη ομιχλώδες, αλλά οι πιθανότητες να βρεθεί τελικά η αναγκαία πλειοψηφία ξεπερνούν εκείνες της προκήρυξης πρόωρων βουλευτικών εκλογών. Μένει να εξακριβωθεί, τέλος, αν ο Μάριο Ντράγκι θα ορίσει τεχνοκράτες υπουργούς ή αν θα ζητήσει -όπως φαίνεται- από τα διάφορα κόμματα να του παρουσιάσουν μια λίστα με προβεβλημένα στελέχη τους προς υπουργοποίηση.
