Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O Μαροκινός Αμπντέλ Μαζίντ Τουίλ, είκοσι δύο ετών, συνελήφθη χθες στο προάστιο του Μιλάνου Γκατζιάνο, με την κατηγορία ότι συμμετείχε στην προετοιμασία και την εκτέλεση της δολοφονικής επίθεσης στο Εθνικό Μουσείο της Τύνιδας, στις 18 Μαρτίου.

Κατηγορείται, παράλληλα, για στρατολόγηση μαχητών του ιερού ισλαμικού πολέμου, τζιχάντ. Η ιστορία είναι αρκετά περίπλοκη και ιδιαίτερη: σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά σε συνέντευξη Τύπου από τις ιταλικές αρχές, ο Τουίλ έφτασε στη χώρα στις 17 Φεβρουαρίου, με σαπιοκάραβο που μετέφερε άλλους ογδόντα εννέα μετανάστες, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο Πόρτε Εμπέντοκλε της Σικελίας, κοντά στην αρχαία πόλη του Ακράγαντα.

Την ίδια ημέρα οι ιταλικές αρχές τού κοινοποίησαν απόφαση απέλασης, βάσει της οποίας έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα μέσα σε δύο εβδομάδες.

Σύμφωνα με τους Ιταλούς εισαγγελείς, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια μετέβη στην Τυνησία (άγνωστο το πώς και πότε), έλαβε μέρος στην αιματηρή επίθεση στο μουσείο που στέρησε τη ζωή σε είκοσι τέσσερα άτομα και, αμέσως μετά, κατάφερε να επιστρέψει στην Ιταλία.

Τα ίχνη του, μέχρι χθες, είχαν χαθεί. Εκτός από μια έμμεση επαφή με τις αρχές, διά μέσου της μητέρας του, η οποία ζει, μαζί με άλλα δύο παιδιά της, μόνιμα στην Ιταλία: πριν από έναν μήνα η γυναίκα παρουσιάστηκε σε αστυνομικό τμήμα κοντά στο Μιλάνο για να δηλώσει ότι ο γιος της είχε χάσει το διαβατήριό του.

Στο διεθνές ένταλμα σύλληψής του αναφέρονται μια σειρά από βαρύτατες κατηγορίες, όπως προσπάθεια βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης, ένοπλες επιχειρήσεις απαγωγής, συμμετοχή σε εκπαιδεύσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα.

Οι συγγενείς, όμως, και πολλοί γείτονες που γνώριζαν τον νεαρό Μαροκινό στο Γκρουλιάσκο, θεωρούν ότι πρόκειται για δικαστικό λάθος και τον υπερασπίζονται χωρίς καμία αμφιβολία: επιμένουν ότι δεν σύχναζε ούτε καν σε μουσουλμανικό τέμενος, ενώ η κουνιάδα του δήλωσε στην εφημερίδα «Λα Ρεπούμπλικα» ότι την ημέρα της τρομοκρατικής επίθεσης, ήταν μαζί της και πως κάθε Δευτέρα και Πέμπτη παρακολουθούσε, ανελλιπώς, μαθήματα ιταλικών για μετανάστες.

Διαψεύδει η μητέρα του

«Ο γιος μου σιχαίνεται την τζιχάντ, στις 18 Μαρτίου ακούσαμε μαζί, από την ιταλική τηλεόραση, την είδηση της σφαγής στο Μουσείο Μπαρντό της Τύνιδας», είπε στους δημοσιογράφους η μητέρα του συλληφθέντος.

Οι αρχές της Τυνησίας έχουν ήδη ζητήσει την έκδοση του Αμπντέλ Μαζίντ Τουίλ, αλλά ο συνήγορος υπεράσπισής του θα καταθέσει ένσταση, υπογραμμίζοντας, μεταξύ των άλλων, ότι στη βορειοαφρικανική αυτή χώρα ισχύει η θανατική ποινή.

Σοβαρές αμφιβολίες

Πολλοί σχολιαστές υπογραμμίζουν ότι η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί προσεκτικά και οι ιταλικές αρχές τονίζουν ότι «οι ίδιες δεν είχαν στα χέρια τους, πριν από το διεθνές ένταλμα σύλληψης, κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο».

Οπως πάντα, όμως, άρχισε η σχετική προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης: ο υπουργός Εσωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο συνεχάρη την αστυνομία και τους καραμπινιέρους για την επιτυχή επιχείρηση, αλλά ο επικεφαλής της Λέγκα, Ματέο Σαλβίνι, ζήτησε την παραίτησή του.

«Συνελήφθη Μαροκινός τρομοκράτης ο οποίος φέρεται να έφτασε στην Ιταλία με σαπιοκάραβο. Πρέπει να σταματήσουμε τις αφίξεις στη χώρα μας και να ελέγξουμε τα σύνορά μας, αναστέλλοντας, αν χρειαστεί, και την ισχύ της Συνθήκης του Σένγκεν», δήλωσε ο γραμματέας της Λέγκα.

Στον Σαλβίνι απάντησε η δήμαρχος της Λαμπεντούζα, Τζούζι Νικολίνι, υπενθυμίζοντάς του ότι «στο νησί της έφτασαν μόνον απελπισμένοι άνθρωποι με εγκαύματα, νεφρική ανεπάρκεια και έγκυοι» και υπογραμμίζοντας, παράλληλα, πως «δεν θεωρεί ότι οι τρομοκράτες θα ρίσκαραν τη ζωή τους σε πλεούμενα που κινδυνεύουν να βυθιστούν».

Λίγες ώρες, τέλος, πριν από τη σύλληψη του 22χρονου Μαροκινού, ο Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι, είχε κάνει γνωστή την πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης να ανασύρει από τον βυθό της θάλασσας το αλιευτικό στο οποίο επέβαιναν πάνω από εννιακόσιοι μετανάστες, το οποίο ναυάγησε στις 18 Απριλίου στα ανοιχτά των λιβυκών ακτών.

Πάνω από οκτακόσιοι «απελπισμένοι της θάλασσας» έχασαν τη ζωή τους, σε μια πρωτοφανή τραγωδία.

«Το κόστος της προσπάθειας θα ξεπεράσει τα δεκαπέντε εκατομμύρια ευρώ, αν δεν πληρώσει η Ευρώπη θα πληρώσουμε εμείς, αλλά όλοι πρέπει να δουν τι συνέβη και να σταματήσουν, κάποιοι να μας κάνουν τους έξυπνους», τόνισε ο Ρέντσι.

Τις περασμένες ημέρες, πάντως, η Εισαγγελία της Κατάνης είχε αποφασίσει ότι η ανάσυρση του πλοιαρίου δεν θα χρησιμεύσει στην ολοκλήρωση της δικαστικής έρευνας.