Θέμα ημερών φαίνεται να είναι η αρχική έγκριση του αντιιικού σκευάσματος remdesivir (ρεμδεσιβίρη) για πώληση εντός Ε.Ε., καθώς κλιμακώνεται η παγκόσμια κούρσα για την εύρεση θεραπείας και εμβολίου κατά του νέου κορονοϊού.
«Μια υπό όρους άδεια για κυκλοφορία στην αγορά μπορεί να εκδοθεί τις επόμενες ημέρες», δήλωσε χθες σε ακρόαση στο Ευρωκοινοβούλιο ο εκτελεστικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), Γκουίντο Ράζι. Το σκεύασμα έχει αναπτυχθεί από την αμερικανική βιοφαρμακευτική εταιρεία Gilead Sciences για την αντιμετώπιση του ιού Εμπολα, στην οποία δεν είχε ιδιαίτερα θετική δράση.
Προκαταρκτικές έρευνες και κλινικές δοκιμές δείχνουν ωστόσο πως λειτουργεί ευνοϊκά σε βαριά ασθενείς με Covid-19, χωρίς ωστόσο να σώζει πάντα από τον θάνατο. Εξ ου και στις αρχές Μαΐου έλαβε επείγουσα άδεια από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για έκτακτη χρήση σε ανθρώπους που έχουν μολυνθεί σοβαρά από τον ιό στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκονται υπό νοσηλεία και χρειάζονται παροχή οξυγόνου.
Η Ε.Ε. δείχνει πλέον έτοιμη να κάνει άμεσα ένα βήμα παραπέρα, εντείνοντας τον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ που καλλιέργησε ο… ιδιοτελής «πατριώτης» Ντόναλντ Τραμπ. Αν πράγματι δοθεί το αρχικό πράσινο φως, το remdesivir θα μπορεί να πωλείται για έναν χρόνο στα 27 κράτη-μέλη, προτού να είναι διαθέσιμα όλα τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και τις παρενέργειές του, όπως σημείωνε το Reuters. Ο EMA έχει ήδη προτείνει την παρηγορητική χρήση του φαρμάκου, που επιτρέπει τη χορήγησή του σε αρρώστους προτού εγκριθεί η πώλησή του στην αγορά.
Καθώς η ζήτηση αυξάνεται διεθνώς, τα νέα μεγάλα στοιχήματα αφορούν την παραγωγή του σε μαζική κλίμακα και φυσικά την τιμολόγησή του. Ο Ράζι αναφέρθηκε και σε άλλες πιθανές θεραπευτικές αγωγές που ενδέχεται να είναι σύντομα διαθέσιμες, όπως αυτή που βασίζεται σε μονοκλωνικά αντισώματα, τα οποία μπορούν να «εξουδετερώσουν» τον νέο κορονοϊό.
Προειδοποίησε, τέλος, πως η Ευρώπη ίσως αντιμετωπίσει ελλείψεις του εμβολίου κατά του ιού, αν όντως βρεθεί μέσα στον επόμενο χρόνο, επικαλούμενος την ενδεχόμενη ανάπτυξή του εκτός Ε.Ε. και την ανεπαρκή πιθανώς δυνατότητα παραγωγής του εντός ευρωπαϊκού μπλοκ ώστε να καλύψει όλες τις ανάγκες.
